Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2018

Το Αγόρι και το Τέρας


Ήταν κάποτε ένα Τέρας που κατοικουσε μέσα σε ένα Αγόρι, ή ένα Αγόρι που ζούσε μέσα σε ένα Τερας, αλλά αυτό δεν έχει και τόση σημασία,
Το Τέρας βρισκόταν σε χειμέρια νάρκη, αλλα μια ωράια νύχτα ξύπνησε και ζητούσε αίμα, το αίμα του Αγοριού. Το Αγόρι τρόμαξε νόμιζε ότι είχε δει εφιάλτη αλλά μόνο κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε καθώς δεν ξύπνησε ποτέ.
Και το Τέρας ζητούσε ζητούσε και το Αγόρι έκοβε ολόκληρα κομμάτια για να το ταΐζει.
Το αγόρι σύντομα κατάλαβε ότι με διάφορες ουσίες μπορεί να μουδιάζει το Τέρας ή ακόμα και να το βάζει για ύπνο. Αλλά αυτό αποδείχτηκε ακόμα χειρότερο, καθώς το Τέρας είχε εφιάλτες και κλωτσούσε, κλωτσούσε πολύ και ξύπναγε πιο δυνατό ή όταν συνερχόταν απ’το μούδιασμα τίναζε απο το απόκοσμο κεφάλι του την αδράνεια και πετσόκοβε ανελέητα.
Και περνάγαν τα χρόνια με μια άνιση μάχη και κανείς δεν έκανε πίσω, ώσπου μια μέρα φάνηκε εκείνη. Το Αγόρι την ερωτεύτηκε αμέσως .Ήταν η Πεντάμορφη.
Η Πεντάμορφη αγάπησε το Αγόρι και δεν την φόβιζε το Τέρας, αντιθέτως ήξερε απο τέρατα.
Και πέρναγαν τα χρόνια και το Τέρας ημέρευε και όλα φαίνονταν ωραία, αλλα μια μέρα η Πεντάμορφη έφυγε γιατί η ζωή δεν είναι ένα γαμημένο παραμύθι και το Τερας βρήκε ευκαιρία και επέστρεψε εξημερωμένο και πιο ύπουλο .
Το Αγόρι σκέφτηκε “κάτι πρέπει να κάνω” και αποφάσισε να επωφεληθεί απο το Τέρας.
“Θα φτιαξω Τερατίνη” δήλωσε αποφασισμένο και έπεσε αμέσως με τα μουτρα στη δουλειά.
Έφτιαξε φιαλίδια των 2ml των 5ml και των 10ml για τους πιο απαιτητικούς χρήστες.
Και ω τί έκπληξη η Τερατίνη είχε πέραση .
“Κύριε Αγόρι πόσο όμορφο είναι το Τερας σας πόσο υπέροχα με κάνει και νιώθω, εσείς κυρία μου το πάιρνετε σε κολλύριο ή ενέσιμο τί φανταστική δουλειά κάνει ο κυριος Αγόρι μας αλήθεια ;!”
και δώστου τα ωραία λόγια και οι διθύραμβοι, μάλιστα η ιδέα ήταν τόσο εξαίσια που απο το Αγόρι ζητηθηκε να εκθέσει το Τέρας σε γκαλερί ακόμα και να γράψει βιβλίο για αυτό.
Είχε τόση πέραση η Τερατίνη αλήθεια που το αγόρι είχε τρομάξει έπρεπε να επιστρατευτεί ότι τρόπους είχε για να κάνει το Τέρας να ξυπνάει πιο συχνά και αυτό το τρόμαζε μα ήταν πια ο Κύριος Αγόρι , είχε ένα κοινο και επιτέλους είχε βρει ένα σκοπό, πως θα τα παράταγε όλα έτσι;
Ένα βράδι ο Κύριος Αγόρι έκανε να κόψει λίγο απο το χέρι του να ματώσει, να παράξει Τερατίνη
και αυτό που είδε τον τρόμαξε πιο πολύ απο ο, τιδήποτε είχε ξαναδεί ως τότε.
Δεν υπήρχε σημείο ανέπαφο. “Να πα να γαμηθούν όλα” είπε ο Κύριος Αγόρι και από εκείνη τη στιγμή και μετά δε ξανασχολήθηκε με την Τερατίνη.
Το Αγόρι υπέφερε έπρεπε να βρει ένα τρόπο να κάνει αποσυμπίεση στο Τέρας μέσα του.
Έκλαψε, έκλαψε όσο δεν είχε ξανακλάψει, έκλαψε τόσο που στο τέλος δάκρυσε αίμα και ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του απο το πουθενά ένα μωρό.
“Είμαι το τέρας” ούρλιαξε μπροστά του το μωρό, με την μωρουδιακή φωνούλα του και το Αγόρι στεκόταν εκεί σαστισμένο χωρίς να ξέρει τί να κάνει.
“Μα πως γινεται να είσαι το τέρας;” αποκρίθηκε, εσύ είσαι απλά ένα μωρό σήκω φύγε τώρα απο μπροστά μου αρκετές σκοτούρες έχω.
“ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ” τσίριξε ακόμα πιο δυνατά το μωρό, σχεδόν κλαίγοντας αυτή τη φορά και απαιτώντας απο το Αγόρι να το πιστέψει.
Το αγόρι γέλασε. Το μωρό έβαλε τα κλάματα. Το Αγόρι το πήρε αγκαλιά. Το μωρό ηρέμησε.
“Ώστε εσύ είσαι αυτός ο τύραννος που μου έχει γαμήσει τη ζωή τόσα χρόνια;” ρώτησε το Αγόρι χωρίς να περιμένει ιδιάιτερα απάντηση από το μωρό καθώς αυτό κοιμόταν το πιο γαλήνιο ύπνο της ζωής του.
Το αγόρι κοιμηθηκε με το μωρό στην αγκαλιά του και αλήθεια δε θυμόταν να έχει ξανακάνει πιο όμορφα όνειρα.
Όταν και οι δύο ξυπνησαν, έδωσαν μια υπόσχεση ,μια στο τόσο το Αγόρι θα αγκάλιαζε το
Μωρό-Τέρας και αυτό θα τον άφηνε ήσυχο σαν καλό Τερατάκι που ήταν.
Και αυτή ήταν μια τίμια Υπόσχεση, δε νομίζεις;
Και αυτό δεν είναι ένα γαμημένο παραμύθι.

Ακάλυπτοι

Οι ακάλυπτοι στις πολυκατοικίες
κρατούν τα πια καλά κρυμμένα μυστικά
είναι μικρές εξορίες για αυτοχειρίες
που αναβλήθηκαν
Περνά η σκουπουδιάρα
περνά και παίρνει
Συνθλίβει της μέρας μου τα απωθημένα
Τα σκουπίδια μου
Το τραγούδι του τριζονιού
την πιο καλή παρέα μου δηλαδή
Τούτη τη νύχτα
μάλλον όλες τις νύχτες
που'θελα απλά νά'μαι εξόριστος
και διάφανος
λίγο πριν γίνω
κάτι σαν άνθρωπος
Και ζήσω

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

Τίαρλεςς

Έχω συλλέξει κάτι δάκρυα στο φλασκί μου
προνόησα για τις μέρες της μεγάλης ξηρασίας
γιατί τέτοιος είμαι
γιατί δυστυχώς με ξέρω
ξέρω πως είναι το κενό
να γεμίζει κάθε κυβικό εκατοστό
το μουδιάσματός σου
οι μέρες να περνάνε
σαν γκιλοτίνα πάνω από το λαιμό σου
και ένας δήμιος
με μάσκα το παιδικό σου πρόσωπο
να γελάει
να γελάει
και να κρύβεται

δεν ξέρω τί είναι πιο τρομαχτικό
η απομόνωση στον ιστό της αράχνης
ή να μη με συγκινεί το θαύμα
της ιριδίζουσας πεταλούδας
καθώς ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μου
και εγώ να στρέφω το βλέμμα πιο μακριά
πιο μακριά
στην κοιλάδα του Τίποτα

Μου είπαν ότι πρέπει να χαμογελώ
λίγο παραπάνω
γιατί μου δωσε γλωσσόφιλο ο Χάρος
και αποφάσισε να μην με πάρει
τους είπα ότι πρεπει να κλαίνε
λιγό παραπάνω
γιατί αν το μάτι ξεραθεί
καταντάς να γυρνάς με ένα φλασκί
στην κωλότσεπη
σαν και μένα
Μα δε γαμιέται
δε θα πεθάνουμε κι’όλας
στην υγειά μας
ρίχνω δυο σταγόνες στα χείλη
ίσα ίσα
να ραγίσει λίγο η τσιμεντίλα
κοίτα τώρα πόσο πιο μαλακά γίναν
χαμογελώ
μπορεί να μην ξεδίψασα
αλλά είναι και αυτό μια αρχή
θα το πιάσω το μαλακισμένο με τη μάσκα
και θα του χαμογελώ μέχρι να σπάσει

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

Ακροθάφτες Του Ονείρου


Είδα στον ύπνο μου τους γονείς μου
έτρεχαν ανέμελοι πάνω σε μια διάφανη πεδιάδα
ερημιά, νηνεμία, τριγύρω ψυχή
λες και ο χρόνος υποκλινόταν
στον εκστασιασμό της στιγμης
κρατούσαν μόνο έναν κόκκινο πάσσαλο
αστραπιαία και κρατώντας τον μαζί
τον κάρφωσαν στο διάφανο έδαφος

Απ’τις ρωγμές τριγύρω αναρριχήθηκε ένα δάκρυ
όχι λύπης, όχι
μα αυτό το δάκρυ της πληρότητας
το πηραν ευλαβικά στις χούφτες τους και ήπιαν
ξεδίψασαν
ύστερα εξαφανίστηκαν απο την εικόνα

Δεύτερο πλάνο
ένα μωρό ισορροπημένο τέλεια πάνω στον κόκκινο πασσαλο
μα στάσου λίγο, αυτός είναι ομφάλιος λώρος
το κλάμα του αντανακλάται στην πεδιάδα της ζελατίνας
φτάνει στο πέρα
και το φορά η μεγάλη άρκτος
το αρκουδάκι του στην αγκαλιά του
ο κοινωνός των ονείρων του
ο πρώτος του φίλος

πλάνο τρίτο
ένας γαλάζιος πάσσαλος ξεφυτρώνει
κάπου στην πεδιάδα
ιδανικά μακριά
πολύ μακριά, απ´το μωρό
και πάνω του ξαποσταίνει
ένα άλλο ζαρωμένο μωρό
με αραιές τρίχες λευκές
και ρυτίδες ρυάκια που μέσα τους ταξιδεύουν
χάρτινα καραβάκια

απ’τις ρωγμές τριγύρω αναρριχήθηκε ένα δάκρυ
όχι λύπης, όχι
μα αυτό το δάκρυ της πληρότητας
και φύσηξε αέρας και το πήγε στο μωρό
και εκατσε πάνω στο τριτο του μάτι
το μάτι ξεδίψασε και ηρέμησε
το μωρο σταμάτησε να κλαίει
χαμογέλασε
το αρκουδάκι ξανάγινε αστερισμός
έπειτα πάλι
παντού σιωπη

πλάνο τέταρτο
η ασημένια κλωστη ξεκινάει το ταξίδι της
απο την κορυφή του κόκκινου πασσάλου
στην κορυφή του γαλάζιου
το μωρό δεν ενοχλείται ιδιαίτερα
κάτι όμορφο ονειρεύεται
ο γέροντας το ίδιο
οι πάσσαλοι ενώνονται
μα ο ένας δε ξέρει την ακριβή τοποθεσία του άλλου
τα ρολογια ξεκινούν
ο χρόνος μετράει

πλάνο πέμπτο
να’μαι και γώ
πως βρέθηκα εδώ
κοιτώ τριγύρω και βλέπω και άλλους ακροβάτες
πάσσαλοι ξεφυτρωνουν παντού
προσπαθώ να ισορροπήσω
πάνω σε μια αχανή ασημένια κλωστή
να πάω μπροστά
να πάω πίσω;
δε γνωρίζω

κοιτάω κάτω
τέρμα τα πλάνα
το έδαφος διάφανο
ο κερατοειδής χιτώνας του θεού
με κάθε γέννηση
με κάθε θάνατο
εκείνος κλαίει
και εμείς
ακροβατούμε πάνω στο μάτι του

είδα στον ύπνο μου το μάτι του θεού
και είχα τα μάτια μου κλειστά.

Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Το γράμμα Άλφα


Προσπάθησα να σου γραψω ένα γράμμα
μα είχα ξεχάσει να γράφω
θυμόμουν μονάχα να σχηματίσω το γράμμα άλφα
Άδικα
χρεώσαμε με τις δικές μας ανασφάλειες το χρόνο
Αγνόησα
επιδεικτικά τις κατακρεουργημένες αλήθειες μου
και τώρα αυτές με πήραν στο κατώπι
υπενθυμίζοντάς μου με
Aίμα
τα πιο αγνά ψέμματα
θυσιασμένα στο βωμό της αγάπης
Άγγιξα
μόνο το ορατό και παρέλειψα
να χαιδέψω τα σκοτεινά μου αδιέξοδα
και αυτά αγρίεψαν με πήραν στο κυνήγι
μα όπου και αν τρέξω, μάντεψε ·
Αδιέξοδο
Προσπάθησα να σου γράψω ένα γράμμα
μα είχα ξεχάσει ποιά είσαι
θυμόμουν μονάχα ποιά ήθελα νά’σαι
Αγέλαστος
εγω και βλοσυρός προστάτευα
τα σκοτάδια μου
Αέρα εσύ και φως
μου φώτιζες τα μαλλιά μου
θηριώδεις άνεμοι που ταξίδεψαν τη σκέψη μου
και είχα την τύχη να τους ακούσω
μονο έγω
κάποτε τα καταφέραμε
θα λέμε και βαδίσαμε μαζί στο
Άβατο
έκτοτε φυτρώνουν αγριόχορτα
στο κεφάλι μου για να μου θυμίζουν
αδιάκοπα την
Απλότητα
της αληθινής ομορφιάς
αυτής που περνάει απαρατήρητη
γιατί δε σου λέω, ξέρεις
προσπάθησα και έπεσα
έσπασα
μα προσπάθησα
να σου γράψω ένα γράμμα
Μα με ένα γράμμα το νόημα βγαίνει λειψό και είναι οι λέξεις τόσες και κοίτα…
Βρέχει

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018

Αυγουστιάτικη Μπουγάδα


Βάζω σε τάξη τις κάλτσες μου
γιατί δεν έχω το μυαλό μου
ανοίγω τις ντουλάπες
πώς βρέθηκαν τόσοι σκελετοί
γιατί δεν τους αναζήτησε κανείς;
Φαίνονται να κρυώνουν
τους φορώ ό, τι βρίσκω μπροστά μου
κουρνιάζω πλάι τους
να ζεσταθω λίγο και γω

Σβήνω το φως
να μη ξοδεύω ρεύμα
όσο ξοδεύτηκα εγώ
Παριστάνω ότι βρισκόμαστε σε μία παραλία

-Άκου τα τριζόνια ωραία νύχτα ε;
-Πρέπει να φτιάξεις το ψυγείο, πώς μπορείς και κοιμάσαι;
-Κοίτα το φεγγάρι είναι κόκκινο,ματώνουμε;
-Σταμάτα να τριπάρεις με το λαμπάκι του διακόπτη!
-Αγκάλιασε με κάνει ψύχρα...
-Μα με τρυπούν τα κόκκαλα σου, φύγε!

Φέυγω.

Πάλι πέρασε η ώρα.
Πώς διάολο ξέμεινε μια κάλτσα παράταιρη;
Ξημερώνει παιδιά, πρέπει να σας αφήσω
ωραία η παρέα σας,
μα κάθε φορά γυρνώ στους δρόμους
με ένα ποδι γυμνό.
Και οι άνθρωποι εκεί είναι σκληροί
πιο σκληροί
απο εσάς που είστε μόνο κόκκαλα

Να λερώνω
να λερώνομαι
να πηγαίνουμε για κάνα νυχτερινό μπάνιο.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

Φτου Ξελευτερία Για Όλους


Δραπετεύω σημαίνει
τυλίγομαι μες στο φεγγάρι
οι στρώσεις μου θλιμμένες
κουκούλι χρυσαφί
φαντάζουν σαν σπίτι μου
πια
η παρανυχίδα του δημιουργού
των πυγολαμπίδων στέκι
το ζειμπέκικο των αλαφροΐσκιωτων
στην Νύχτας την παραγγελιά
απόψε πάλι θα χορέψω
στος ώμους μου να σηκώσω
το βάρος των καταραμένων.

Τα βήματα μου αργά
τρεκλίζω στη χρυσή μου φυλακή
είμαι σκιά αυτόφωτη
που μηρυκάζει το μερτικό μου
στο έρεβος
δεν βλέπω, μα βλέπω
καμμένη γη
η κάφτρα
που χτυπώ με την παλάμη μου
το Πένθος ξεμεθάει
το μούδιασμα περνάει
χάθηκα τώρα.

Ξημερώνει σημαίνει
τ’αγρίμι πέθανε
έσβησε σαν αναλώσιμο
καχεκτικό παρανάλωμα
πνίγηκε στη σκιά του
μα άφησε βρόγχο επιθανάτιο
το πρώτο θρόισμα
στο φύλλο του πλάτανου
που βλέπεις σα ξυπνάς.

Καταπλακωμένοι στο γκρίζο
της ακινησίας
προσδοκούμε την αιωνιότητα
ενώ ξεχάσαμε
τον χορο του οξυγόνου.

Το κρυφτό της ασφυξίας να το σεβόμαστε
οι εναπομείναντες
γιατι στο
“φτου ξελευτερία για όλους”
η ελευθερία θα κρέμεται
απο μια ανάσα.