Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

τριαντατρείς σταγόνες


Έχω γεννηθεί και έχω πεθάνει
στης βροχής τα λημέρια
εκεί που τα καλοκαίρια μας άφησαν το χέρι
παραπατάω από τριαντατρία συγγνώμη
τρικλοποδιά στη ζωή μου
οι αστυνόμοι -νόμοι-μόνοι-
[μ.γ.δ.]
φωτιά στη ψυχή μου / τρικυμία στη φωνή μου
Έχω γεννηθεί και έχω πεθάνει
στης βροχής τα λημέρια
έχω κεντήσει με το βλέμμα μου αστέρια
ποδιά πια στη ζωή μου
ακάπνιστα τα τσιγάρα/ οι μποτίλιες γεμάτες/ οι φλέβες
[μου]
σκάρτες
οι φίλοι μου δεν παίρνουν τις βιταμίνες τους
ξερνώ και τις δικές τους
τις τοξίνες τους
Χωμάτινοι πορτοκαλί καιροί
χωρίς φίλτρα,
instaζωή
[με το ζόρι gram Άρη Ω!]
Μου είπε θα σου ανάψω ένα κερί
Έχω γεννηθεί και έχω πεθάνει
στης βροχής τα λημέρια
και κολυμπά
η ομοιοκοκαταληξία σε λασπόλακους
όμοιοι όλοι/ όλοι λήγουν
κάποιοι καταλήγουν
και πως να ξεχωρίσει κανείς τους ζωντανούς απ΄τους νεκρούς
Έχω γεννηθεί
και έχω πεθάνει
σε λύκου λημέρια
αλλά ζω ακόμα
[έτσι νομίζω τουλάχιστον]
εσύ;

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Οι άνθρωποι ,αυτοί.



Είμαστε οι χάρτινοι άνθρωποι.
Κατοικούμε στις τσέπες ανθρωπόμορφων χαρτονομισμάτων
Πληρώνουμε χρέη ερινύων
και δανεικά ανεκπλήρωτων ζωών.

Είθε τα ζώα να μας βάλουν φωτιά μια και καλή.

Είμαστε οι μεταλλικοί άνθρωποι.
Λεπτοδείκτες κουρδιστών ρολογιών
κρεμασμένων σε λαρύγγια
εγγαστρίμυθων κούκων
και φτιαγμένων απο σάρκα
πεθαμένων ωρολογοποιών.

Είθε οι εναπομείναντες ζωντανοί
να μας ξεκουρδίσουν
και ύστερα να μας καρφώσουν το έντεκα
στο δόξα πατρί
να γίνουμε και επίσημα τυφλοί.

Είμαστε οι πλαστικοί άνθρωποι.
Οι αναλώσιμοι
Καπότες ξεπέτας πεταμένες σε
τουαλέτα ναρκομάγαζου
Φλεβοκαθετήρες σε καμμένες φλέβες
αγκομαχητών.
Μπουκάλια στο στομάχι πεθαμένης φάλαινας
ξερασμένης στα ανοιχτά.
Γαμήσι,πόνος,θάνατος
με αυτή τη σειρά ή με όποια άλλη θέλεις.

Και σκέφτομαι : Με τους πλαστικοχαλυβδοξύλινους νευρώνες μου
Πόσο θά'θελα να' μουν μολυβένιος.
Όσο κρατάει μια σκανδάλη.

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

... με ωροσκόπο παρθένο



Πάει καιρός που έχω να σου γράψω αγάπη μου
θέλω να σου πω πως δε σε ξέχασα
απλά η σιωπή μου είναι πιο δυνατή
ξέρεις ένοιωθα καιρό τώρα ότι κάτι δεν πάει καλά
κάτι οι νυχτερινοί ιδρώτες,
το δέρμα να με τρώει από μέσα
σα μικροσκοπικά καβουράκια
να συνωμοτούν κάτω από το δέρμα μου
οι μανιώδεις φαγούρες
να θέλεις να ξυστείς πάνω σε όλες τις αγριοτριανταφυλλιες του κόσμου,
να σκιστείς από μαύρα αγκάθια μέχρι να πέσεις λιπόθυμος από ικανοποίηση /πράγμα που μέχρι πρότινος νόμιζα ότι συμβαίνει μόνο στο μυαλό- τί ειρωνία!
Το σημάδι στο λαιμό
ένας μικρός Φρανκενγουίνι
τέσσερα ράμματα, γαμημένος αριθμός
άλλο ένα γιατρέ να είναι πέντε” -ξέρετε είμεθα και ιδεοψυχαναγκαστικοί
δε γαμιέται
με πότισαν ένα ραδιοφάρμακο για λίγο έγινα πυγολαμπίδα
και πόσοι από σας ρε καθίκια είχατε την ευκαιρία να πρωταγωνιστήσετε στο blade runner; Μισή ανθρώπινη ώρα πτήση με το υπερδιαστημόπλοιο
κάποια έτη φωτός μετά επιστροφή
τράχηλος και μεσοθωράκιο
βαθμός δύο
ακόμα και σε αυτό δεύτερος
δε γαμιέται
τουλάχιστον φωσφορίζω
και
πόσοι από σας ρε καθίκια είχατε την ευκαιρία να πρωταγωνιστήσετε στο blade runner;Γελάω. Το σώμα μου πονάει, μισώ το ζώδιο μου που μου την είχε στημένη
και προσφέρω το κεφάλι μου για ζωγραφική στα παιδιά
Εις το επανιδείν

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

η τέχνη του κρέατος



Το κακό με τον μηδενισμό είναι ότι σκοτώνει -ή γεννάει; - την ποίηση
Το καλό με την ποίηση, είναι ότι είναι αλεξίσφαιρη
κρατάω περίστροφο
προσέξτε
και πυροβολώ τον καπνό που γράφει
το κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο τύφλωσης”
μα σε μια κοινωνία τυφλών,
δεν αποτελώ εξαίρεση,φυσικά
και αστοχώ.

Η ποίηση είναι αλεξίσφαιρη,
αλλά αγαπάει τα καλά μαχαίρια
και -σχεδόν- πάντα υποκύπτει.
Να, η καρδιά μου σε σφαγείο με έναν μπαλτά
/το πιο ντελικάτο
ορεκτικό της/


για αυτό προσέξτε,σας λέω
Τυφλός εδώ.
Με τεμαχισμένη καρδιά
και οπλισμένος.

*Η φωτό είναι απο κάδο ανακύκλωσης έξω απο κρεοπωλείο στο Παγκράτι.

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

αστραπομέρες


Το μυαλό είναι μια χειροβομβίδα
πρόσεχε ποιος αφήνεις να δει την περόνη
ακούω σε repeat το χρόνο
και πάνε μέρες που έχω να ακούσω μουσική
μονάχα κάτι τρομπέτες που παίζουν αστραπές.
Τα μάτια προσεγγίζουν το άπειρο
άμα ξέρεις τι να κοιτάξεις
από ποια γωνία
να ζυγιάσεις την μάζα του, να ψηλαφίσεις την οσμή του,
να ψυχανεμιστείς την βαρύτητα του
και το αποτύπωμα του στην αιώνια κίνηση.
Στοπ
Εδώ σταματάνε όλα
Είμαστε όλοι κινούμενες χρονόμπομπες
με τον πυροκροτητή σπασμένο
μια Κυριακή απόγευμα με νεύρα.
Μια απώλεια, δυο γόπες σβησμένες στα μάτια
και εσύ ακόμα ψάχνεις συν-χρονο-ταξιδιώτες,
σε μια τυφλή Κυριακή που αρνείται να γίνει Δευτέρα.
Για αυτό σου λέω
πήγαινε με την καρδιά
-όχι πως είναι πιο ασφαλές-
αλλά να,
για να φτάσεις την περόνη
πρέπει να ξηλώσεις την καρδιά σου
ή να βάλεις άλλον να το κάνει για σένα.
Όπως και να'χει μυαλό καρδιά
σημειώσατε άσσος.
Το μυαλό σε πάει πιο μετά
η καρδιά σε πάει πιο μακρυά
και κάπου εδώ μια έκρηξη
μου αποσπά την προσοχή πάλι,
σε μια βδομάδα που αρνήθηκε να ξεκινήσει.




Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

5:12



Οι γρίλιες από το παράθυρο με κοιτούν
μου γνέφουν συνωμοτικά να ξαποστάσω στις 5:12
μα εγώ έχω άλλα σχέδια.
Άλλη μια νύχτα που επικεντρώθηκα στο βαρύ γδούπο της ανυπαρξίας
στο καπνό που δε μύρισα
από το έβδομο τσιγάρο που δεν άναψα
ωστόσο γέννησε ομίχλη στο μυαλό μου,
σε σημείο οι σκέψεις μου να είναι σκιές
και το μυαλό μου ένα θέατρο σκιών.
Στο ποτό που δεν ήπια,
ωστόσο η αιθυλική αλκοόλη
έτρεχε από τους δακρυγόνους αδένες
σαν υπεραθλητής σε κατοστάρι
και μου καυτηρίασε τον κερατοειδή
για όλα αυτά που δεν είδα.
Οι γρίλιες από το παράθυρο μου μιλούν
μου λένε ότι μικρός
μου άρεσε να κρέμομαι σε αγκάθια λουλουδιών
μα πάνε χρόνια που είδα ανθισμένο λουλούδι
και αυτό το παιχνίδι/κουσούρι
ξεχάστηκε κάπου,
ως τώρα.
Οι γρίλιες από το παράθυρο γρυλίζουν
γιατί δεν ανοίγουν ποτέ,
όπως τα ανθισμένα λουλούδια
που δε θα ξαναυπάρξουν
γιατί όλοι φρόντιζαν τις ρίζες,
τις συνθήκες του χώματος,
ήλεγχαν τις κλιματικές αλλαγές,
τη ποσότητα νερού
Μα κανείς δε σκέφτηκε
να μιλήσει στο σπόρο.
Στέκομαι κάπου εδώ
για σένα εκεί
/αλήθεια ποιος είσαι τσιμεντένιε κηπουρέ/
κοιτάζοντας πίσω από εξημερωμένες γρίλιες
αυτό που εσείς ονομάσατε πολιτισμό.
Μα...στάσου μισό λεπτό
εμένα τα παράθυρα μου
δεν έχουν γρίλιες
Φεύγοντας,
να κατεβάσεις τις σκιές.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Ανακατατάξεις






Να περπατάς νηφάλιος στην πόλη
να τεστάρεις τις αντοχές σου
να μην περιμένεις να μεθύσεις για να πεις “σε θέλω”
Στο άκουσμα της καταιγίδας
το μόνο δίλημμα που θα τρώει τα σωθικά σου
να είναι
αν θα βολευτείς στον κάδο σκουπιδιών
και σε ποιό πλανήτη θα προσγειωθείς αυτή τη φορά,
ή σε ποιο ύψος να χαράξεις το παράθυρο με διαμάντι
καθώς θα στέκεσαι μπροστά από τον τυφώνα.
Σε αυτό της καρδιάς
ή αυτό των ματιών;
Να αφήνεις τα τσιγάρα σου μισοκαπνισμένα
μετά από μεταμεσονύχτιο μπάνιο
και μετά να αφισοκολλάς παντού
“χάθηκε μισό τσιγάρο ίσως να δίνεται αμοιβή
ίσως και όχι...”
και να φουμάρεις την αρμύρα
με άλλους σπασμένους ανθρώπους
που τα βρήκαν και τηλεφώνησαν
σε μια νύχτα
με κλίση 50 μοιρών
και η ανηφόρα θα σας βρίσκει πάντα στο φεγγάρι
/και αυτό είναι υπόσχεση/
Να γελάς δυνατά
μέχρι να νοιώσεις
ότι μια ακούσια μοριακή ανακατάταξη
συμβαίνει στον πυρήνα σου
και η άυλη αυτή μοβ
ωστόσο συμπαγής
γεωμετρική φιγούρα
να σου φωνάζει
“Σε εγκαταλείπω”
και να απογειώνεται από τον φωταγωγό
καθώς θα νοιώθεις
λίγα γραμμάρια ελαφρύτερος
με μια ουλή στη καρδιά
μισό παστό τσιγάρο
Kαι έναν άγνωστο
που γνώριζες
μια ολόκληρη ζωή...