Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Ψι


Φοράει τα καινούργια της παπούτσια η μνήμη
και κάνει περατζάδες στα μηνίγγια μου
οι σόλες των δοντιών εξαϋλώνονται
από ένα τρίξιμο βαθύ
μα τόσο γνώριμο.
Ψάχνω σε ένα βουνό από παλιά παπούτσια
για λίγη αδαμαντίνη,
να μπαλώσω τις ρωγμές του χρόνου
μα βρίσκω μόνο λιωμένα κορδόνια
και λίγα ψίχουλα
Το τελευταίο δείπνο
δε θα είναι μυστικό
Όλα θα κριθούν
από το ποιός θα κρατάει το πιο βαθύ κουτάλι
Τόσο όσο να χωράει ένα ολόκληρο κρανίο.
Φοράει τα καινούργια της χειρουργικά γάντια η λήθη
και σιγά-σιγά με τελετουργική ακρίβεια
αφαιρεί ένα-ένα τα ψήγματα του
Ε
αυτού
και δεν αφήνει αποτυπώματα η ρουφιάνα
Μονάχα μακελεύει κάτι μπον φιλέ
για τους κανίβαλους
σε δελεάζει με το πιο γλυκόπιοτο κρασί
-το αίμα σου-
και σε ετοιμάζει στα μικροκύματα.

Ο χρόνος είναι ο καλύτερος μάγειρας
ένας μπεκρής ταξιδιάρης με λιωμένες σόλες
που έχει βίτσιο το αδαμάντινο αλεύρι.
Το τελευταίο δείπνο θα είναι φανερό
και σε
ταχυφαγείο.

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Κτήνος του Ρούμπικ



Η ποίηση όπως η ζωή είναι σαν ένας κύβος του Ρούμπικ
μερικά εκατοστά πάνω από μια καλή θράκα,
από γιορτινό τσιμπούσι
που περιμένει να τον λύσεις ενώ κάθεσαι πάνω σε καρφιά
και με τα χέρια δεμένα.
Ο κύβος έχει μια κάμερα
και στέλνει τις κινήσεις σου και το χρόνο καύσης εγκεφαλικού ζουμιού
στα κεντρικά
τα πλοκάμια από το μάτριξ
έχουν βεντουζάρει το τρίτο σου μάτι
και με τα άλλα δύο,που χάνουν βλέφαρα από γεννησιμιού σου
/σαν ένα λάθος που δεν έπρεπε να γεννηθεί/
προσπαθείς να δεις,
αλλά συνεχώς μπερδεύεις τα πυρακτωμένα κάρβουνα με φως,
οι ίριδες καίγονται
και όσα δεν είδες
φέρνουν την βροχή
για τους άλλους λύτες.
Η ποίηση και η ζωή εκδικούνται.
Καταλήγεις ένας σακάτης
με τρύπες στην ψυχή
και καμμένα χέρια
νηστικός
ενώ
το σαρκοβόρο κτήνος με τα πλοκάμια
γεννάει ένα καινούργιο μάτι πάνω στον κύβο
γελάει με τα χάλια σου
και περιμένει το επόμενο θύμα.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

τηλεφώνημα από τη Βαλχάλλα



Ντρίν!




Ντρίν
Μας απειλεί η σύντμηση,λένε
κουβαλώ την ευθύνη που μου αναλογεί
και την ξεφορτώνω στο λακωνίζειν λοιπόν.
Λιμοκτονεί η φαντασία είπαν
και χάιδεψαν τις γεμάτες τηλεοπτικές κοιλιές τους

λίγο πριν ρευτούν την τελευταία περικοπή
 

Οι νέον ακτινογραφίες μας πια
φαίνονται από το διάστημα
ένα απέραντο λας-βέγκας,
ένα φρικ-σόου σε πολυκατάστημα
με πορνογραφικά 3d γυαλιά και
αυτόδενείναιμιαπίπα δώρο


Πορφυρές πεθαίνουν οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες μας
ποτισμένες με πίσσα,
και οι μαυροκόκκινοι σκελετοί μας ξεχασμένοι
στην ντουλάπα του σύμπαντος.
Η πλεονεξία έχει πια αξία
τα ποιήματα έγιναν δελτία τύπο[Υ]ποίησης


Πρέπει κάποιος να φωνάξει πια
για το μόνιμο κλειστοφοβικό σοκ
της τελευταίας μπαμπούσκας
και με τί χειρουργική μέθοδο θα αφαιρεθούν
οι πρώτες έξι, αφού ο χρόνος
φρόντισε να τις σφραγίσει αεροστεγώς


Ίσως να ραγίσουμε τα ατσάλινα πλευρά της νωθρότητας
με το σφυρί του Θωρ
να φωνάζαμε
“Γαμιέται η κάθε Βαλχάλα”
να έχουμε να λέμε ιστορίες
πότε και πως κλέψαμε
το σφυρί του θεού.

Ότι ψαλιδίσαμε την κόμη του Σαμψών
παίξαμε ζάρια τις πρόκες του Ιησού
και φτιάχναμε πυξίδες που τρύπαγαν πάντα την Ανατολή
βάλαμε υποθήκη τα τριάντα αργύρια,
ξαναποντάραμε και πάλι χασούρα
αλλά να ξεχνάμε το αληθινό κατόρθωμα.


-Μα καλά όλα αυτά και με την ακτινογραφία της μπαμπούσκας ποιός θα ασχοληθεί;
-“Ε, που να τρέχω εγώ τώρα..”

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

χόμο-σασπένς

Μια τυχαία μετάλλαξη στο τρίτο μετακάρπιο
και οι αντιστατοί αντίχειρες με περίμεναν σωτήριοι
εγώ ο χόμο-κρετίνους
πρίν το καταλάβω , χάλκευα
το τρίτο σήμερα – πρώτο κάποτε
μετάλλιο της εξέλιξης.
Η τέχνη υποκλίθηκε και κρύφτηκε
κάτω από το μεγαλείο μιας ξεριζωμένης γλώσσας
ενώ ανάσες πριν
το πρώτο λίθινο εργαλείο
μύριζε κρέας χειρουργικού τραπεζιού από χιλιόμετρα.
Το βλέμμα υπό επαγρύπνηση
έγινε υπό επιτήρηση
Έσφιξε το χέρι και έκανε τον σταυρό του
όσο άφηνε ματωμένα αποτυπώματα
στο σπήλαιο των χαρακωμένων φελλών.
Ό πρώτος τρύγος,
ο τελευταίος τράγος
δυο τραγικές συμπτώσεις.
Και ο Διόνυσος σε μόνιμη επιφυλακή
να σφίγγει την μπερέτα
στοχεύοντας στο δόξα πατρί
και κάνοντας thumbs-up
-με το χέρι το αριστερό κύριοι-
στον πρώτο μαλάκα
που αποφάσισε να κατέβει από τα δέντρα.

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Ιδεοψυχοπροαιρετική Διατάραξη



Αναρωτιέμαι συχνά πυκνά
Αναρωτιέμαι πυκνά συχνά
-για να πάει με αλφαβητική σειρά-
αν όλη μας η ύπαρξη είναι μια ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή
Μικρές ιεροτελεστίες
τα επιμελώς πεταμένα παπούτσια πάντα να κοιτούν προς την πόρτα
/οι τάσεις φυγής, φυγείν αδύνατον/
οι αυξομειώσεις έντασης στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου σε πεντάδες
η ταξινόμηση των αναμνήσεων στο εγκεφαλικό αρχείο σε καλές και κακές
οι στιγμές που δεν μπορείς να σταματήσεις να μετράς τις βλεφαρίδες της
και πόσες στιγμές είναι αυτές
Γνώριζες εσύ πως τα πεζοδρόμια είναι μια πελώρια σκακιέρα;
Άκου από τα μεγάφωνα
τρεις φορές,
ΜΑΤ.

- Είσαι το μαύρο πιόνι
είναι οι λευκοί βασιλιάδες
αλλά η παρτίδα να θυμάσαι λήγει με πεσμένο βασιλιά -

Οι τρόποι που μπορεί να πεθάνεις στην πόλη,
ένα χαοτικό συνειρμικό σπιράλ,
για το πως η έλλειψη αστεριών στις μητροπόλεις
μπορεί να προκαλέσει Αρμαγεδδώνα,
αν σφίξεις από θυμό τις γροθιές τόσο δυνατά
και χαιδέψεις την δέκατη διάσταση τόσο εκρηκτικά,
ώστε να γεννηθούν κομήτες.
Αναρωτιέμαι - πυκνά - συχνά
πως τα μοτίβα μας εξυπηρετούν
είναι η ασφαλιστική δικλείδα του Χάους
για να μην μας απαντούν τα δέντρα
όταν τους λέμε
Συγγνώμη”.
Συχνά 
πυκνά 
αναρωτιέμαι, όμως
και τότε αυτά
μου απαντούν.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Αντιξοότητες


Γράψαμε πιο πολύ από όσο ζήσαμε,
κυπαρισσένια άκαμπτα χέρια
θα με συντροφεύουν στα νιάτα μου
στον τοίχους μου θα φωνάζουν ανάποδα ποιήματα
γραμμένα στη κοσμική διάλεκτο
το έρεβος θα ξαποσταίνει
στις κουφάλες των κορμών μου
και ο άνεμος θα σου αφήνει την οσμή
σταφυλής βαφτισμένης σε φτηνό κρασί
και σήψης ανείπωτων εξομολογήσεων
Οι στιγμές που ονειρευτήκαμε
θα ονειρεύονται εμάς
πασαλειμμένες ρινίσματα παλαιωμένου φιλμ
από το “όσα παίρνει ο άνεμος”
Εμείς ωστόσο,
να κάνουμε έρωτα πάνω στους σπόρους
που τελικά πήρε ο άνεμος
και να πεθαίνουμε ηρωικά
στις ρίζες της κοσμογονικής ατέλειας,
με μια τελειότητα που δεν ειπώθηκε ποτέ,
πάρα μονάχα χάραξε
τα αρχικά μας
στους κορμούς
των καρπών μου.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Λουλακί παρανυχίδα



Λίγο πριν το ξημέρωμα
κάνει το πιο επικίνδυνο κρύο
Ατόφια κρυστάλλινη σιωπή
χαράζει τον ήχο ενός αιώνιου διλήμματος στα τύμπανα μου.
“Να ξημερώσω;”
“Να περιμένεις.”
Ακούω την ανατριχίλα να εμποτίζει τα κύτταρα μου
και αναβαθμίζω
την ύπαρξή μου.
Η μοναξιά καίγεται από το εντοιχισμένο σεληνιακό φως
στα βλέφαρα μου.
Η μοναξιά βγάζει χρώμα λουλακί
και γίνεται μαύρη
στην πρώτη εξάτμιση που σκάει.
Λίγο πριν το ξημέρωμα
αναρωτιέμαι στις πόσες σκοτοδίνες
έρχεται το πιο λαμπερό φως.
Όνειρα εν υπνώσει ξυπνούν,
άνθρωποι ξύπνιοι κοιμούνται
και κάπου εκεί στο μεταίχμιο
συναντιούνται,
τρίβουν τα άκρα τους να ζεσταθούν.
Νεκρά κύτταρα με ψήγματα αναμνήσεων
στήνονται στο εκτελεστικό απόσπασμα της λήθης
και...
ξημερώνει.
Στην ατμόσφαιρα αιωρούνται
σωματίδια της αγρύπνιας
Πρόσεχε πως θα αναπνεύσεις
αν θες το ξημέρωμα,
να σε ξαναβρεί.