Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

Ωκεανός

Φορώ στο βλέμμα μου
τη θλίψη των πυγολαμπίδων
Στους ώμους μου το μπαλωμένο σακάκι
του σακάτη και κουτσαίνω
Τα κόκκαλα μου δανεικά απ'τα σφαγεία
Στις τσέπες μου
μισοφαγωμένα απωθημένα μιας περασμένης Κυριακής
Ανοίγω το στόμα μα δε βγαίνει φωνή
Αλλά εκατοντάδες σπουργίτια
που είχαν βρει καταφύγιο
στους ουρανούς που σου ψιθύρισα
Στους τοίχους μου σχηματίζονται κοράλλια
Η θάλασσα καλύπτει την πόλη το ξημέρωμα
Όταν ο ήχος φτάνει αργά στα αυτιά σου
όλα είναι σα κύμα
Κρατώ στο χέρι μου
τ' άλλο μου χέρι
όλα είναι κύμα
μα το άλλο μου χέρι
σαμποτάρει τα δικά σου
ωστικό
Βγάζει ένα δίκανο και σημαδεύει
τα πουλιά
Δεν είμαι αυτός που νόμιζα
μισή ολόκληρη ζωή
έχω άλλη τόση
να τιθασεύσω τους ανέμους
Ακου το σφύριγμα
που κάνει η σιωπή
δεν είναι αγάπη μου
οι Κυριακές για απωθημένα
ξέφυγαν όλα να κουρνιάσουν
στα μαλλιά σου
Ούτως ή άλλως δεν όπλισα ποτέ
απόδραση εκ προμελέτης
απεφάνθη ο ουρανός
Ο τρελός συμφώνησε
Ο σακάτης χόρεψε
μη με φοβάσαι
καταφτανει ωκεανός.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

Εκείνη

1:13πμ: Κυνηγάω τη σκιά μου και την πιάνω
Κουρασμένη πια δεν αντιστέκεται
Πνίγεται σε ένα μπολ με δημητριακά
Προσποιούμαι πως δε θυμάμαι τεχνητή αναπνοή
Αφήνει το άσμα του κύκνου στο γάλα μου
Τη σακατεύω με το κουτάλι
Κοιτώ τριγύρω για μάρτυρες
Ουδείς

1:47: Οι συνθήκες ιδανικές για επιβίωση
Που σημαίνει: καθόλου ιδανικές για γραφή
Το φονικό ξεχνιέται εύκολα
Καθόλου ιδανικό για ποιητή
Φοράω τη πανοπλία της νύχτας
Τριγύρω μου ο κόσμος
ξηλώνει ερινύες
Ράβει άλλοθι
ένα πλεκτό που κρατάει από πάντα
μα πανοπλία δε θα γίνει ποτέ.

2:02: Η πανοπλία με βαραίνει
Να τα πετούσα όλα να έρθω να σε βρω
Νιώθω το σφυγμο του σκύλου μου
Να συγχρονίζεται με το δικό μου
πώς αφού φοράω πανοπλία;
Και οι δυο μαζί συνθέτουν
Το πρελούδιο της ανάγκης
Θέλω να έρθω να σε βρω
Να μην έχω σφυγμό
Για λίγο , για πόσο
Έστω για όσο

2:15- 2:47: Στην τελική άντε γαμήσου
Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός
Ο χρόνος δεν είναι φιλικός
Έχω κόψει την καρδιά μου σε εκατοντάδες κομματάκια
Και ταΐζω τα δευτερόλεπτα
Μήπως με αφήσουν ήσυχο αυτό το βράδυ
Φοβάμαι πως η καρδιά μου δε θα φτάσει
Μά η θυσία μάταιη
γιατί δευτερόλεπτα δεν υπάρχουν
Τώρα κοιμούνται χορτασμένοι
κάτι Ιππότες του μίσους
στο κρεββάτι μου.

3:01: Λυπάμαι για όσα είπα
μα κυρίως για όσα σκέφτηκα
Νομίζω ότι λυπάμαι και για μένα
Σίγουρα λυπάμαι για μένα
Κάτι περιφέρεται στο διάδρομο
Παντου σκοτάδι
Έχω ακόμα το φως σου στα μάτια μου
Με αναγνωρίζω λίγο πριν κλείσω την εξώπορτα
Σκιώδης, ανάλαφρος , μετανοιωμένος
Δε σε λυπήθηκα ποτέ

4:07: Νομίζω πως σε αγαπώ
Γύρισα όλη τη πόλη μα δε σε βρήκα
Ήμουν πάντα ένα βήμα πίσω σου
Σε όλη τη διαδρομή
άφηνα ένα κόκκινο μονοπάτι
από το στέρνο μου
Τώρα αν θελήσεις ξέρεις πως
Μα δεν υπάρχει τωρα
Και κυρίως σιχαίνεσαι να ακολουθείς

4:56: Ξαπλώνω όπου βρω
Θα πρέπει επειγόντως
η σκιά μου να με ξαναβρεί
Άλλωστε και αύριο νύχτα είναι
Αύριο , νύχτα
Οι έννοιες με ζαλίζουν
Η έχω χάσει όλο το αίμα μου
Αμυδρά βλέπω περαστικούς
Να βγάζουν πανοπλίες
Και να τις θάβουν κάτω απ'την άσφαλτο
Μα νόμιζα πως...

5:17: Ξημερώνει οσονούπω
Καλημέρα γλυκιά μου
Μία από αυτές τις μέρες
Ή όπως τις λένε
Τέλος πάντων
Θα έρθω να σε βρω
Έχουμε χρόνο μπροστά μας
Έχουμε τις σκιές μας.

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Βάλε να πιούμε

Δακρύσαμε ταυτόχρονα
και εκείνη τη στιγμή
κύλησε ολόκληρη η ζωή μου
πάνω στα μάγουλα σου
Ένας αμοιβαίος οργασμός
ψυχικής κάθαρσης
Καθάρισε τις ίριδες μας
Καθόρισε τις ανάγκες μας
Να πεθαίνω να με πιάνεις
Να σπας να σε κολλάω
να πίνουμε τους οργασμούς μας σε σφηνάκια
Μια οθόνη με την επιγραφή
"χωρίς σήμα"
Περιέγραφε τόσο λακωνικά
Μα τόσο εύστοχα
Την κατάσταση του μυαλού μου
Λίγο μετά την κάθαρση
Τα σκυλιά μας θεωρούσαν αγέλη
Τα πιάτα μούχλιαζαν στην κουζίνα
Το σαλόνι δε χωρούσε άλλο δράμα
Το δράμα δε χωρούσε σε μας
Γελάσαμε υστερικά και φιληθήκαμε
Στο υγρό σου βλέμμα αποτυπωνόταν
Η ανάσα μου
Δική σου
Σε πήρα από το χέρι και βγάλαμε βόλτα τα σκυλιά
Τα παγωμένα χνώτα των ζώων ζεστά
Μην κλάψεις άλλο
Το βλέμμα σου καθάρισε
Η ανάσα μου δική σου
Πια

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Χρόνος

Το σώμα μου είναι μια ξύλινη καλυβα
στη μέση του δάσους, δεν είναι κάτι μεγαλοπρεπές
όχι δεν είναι
τριγύρω έφτιαξα τάφρους βαθιές
από πορφυρή αλκοόλη,
από τις καμινάδες βγαίνει καπνός από ταμπάκο
στις σωληνώσεις ρέει σκουριά με σερτραλίνη
ο μόνος ένοικος περιφέρεται από δωμάτιο σε δωμάτιο ,
Εξάσκηση, διάβασμα, χάος,
περισυλλογή, παράνοια, έκσταση
Δέος
τα βασικά δηλαδή
τίποτα το μεγαλοπρεπές
πότε πότε οι μεγαλοπρεπεις πύλες ανοίγουν με τη θέληση του ενοίκου
ή χωρίς
και η καλυβα φιλοξενεί άλλο έναν ή δύο ή και τρεις μουσαφιρηδες
αγάπη μονάχα και μουσικές και τραπέζια
δεν υπάρχει πλέον χωρος για τα μικρά
το σπίτι μου άντεξε τυφώνες, σεισμούς, πυρκαγιές
ακόμα και φρίκες του ενοίκου
κάτι ακραία βράδια με τσεκούρι και συγγνώμες
Το σπίτι μου έχει μπαλώματα, σκόρους, τρύπες
μπάζει από παντού
Γαμώ το σπίτι μου
υπάρχει ένα πλάσμα που δεν είναι πλάσμα
δεν με έχει ανάγκη αλλά με έχει
δεν τρέφεται αλλά είναι αδοιφάγο αρπακτικό
Στις άκρες των νυχιών του έχει σκλήθρες
και δεν του έχω κάνει κάτι
του καριόλη
Δε νιώθει από τάφρους,
δεν τον ενδιαφέρει αν έχω μουσαφίρηδες
αν κρατάω τσεκούρι,
στους πόσους βαθμούς απόγνωσης
καίγομαι στο τζάκι μου
καραδοκεί μονίμως από έξω
Κοιτά απ'τα παράθυρα και ξύνει τους τοίχους
Ο μέγας γκρεμιστής
Χαμογελάει και ξύνει
κάποτε ο θόρυβός του με αποσπούσε
η ακαθόριστη όψη του με τρόμαζε
εμπόδιζε το φως να μπει από τα παράθυρα
μα όχι πια
όσο ο ένοικος ανθίζει
η καλύβα σαπίζει
και απλά έτσι έχουν τα πράγματα.
Καλώς ήρθατε στο φτωχικό μου,
τί να προσφέρω;
Τίποτα το μεγαλοπρεπές
Τα βασικά.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

Το δικό μου εδώ

-Τί έχεις;
-Όλους τους λόγους του κόσμου να τα παρατήσω
-Θα το κάνεις;
-Δεν ξέρω
-Ποιά η σχέση σου με τον θάνατο;
-Εγώ τον εφηύρα
-Ό, τι θες είμαι εδώ
[Το δικό σου εδώ είναι δύο κρεβάτια μακριά και νά, ξέρεις, 

ξημέρωσε Νοέμβρης
μηνάς αγώνων δηλαδή
με έναν ήλιο που μου τρυπάει τα κόκκαλα
με ράμματα στον λαιμό
όσο περνούν οι μέρες
λυγίζω
πρέπει να ετοιμάσω τα πράγματα
για το χημείο
να χαϊδέψω τις φλέβες μου
να μου φερθούν καλά
να δακρύσω και να κρατήσω
στη μνήμη μου
τη δροσοσταλίδα στα βλέφαρα μου
πράγματα δεδομένα για τους άλλους
γαμημένα για μένα
να μπω στο ψυγείο
και να με ξεχάσω εκεί
γιατί θα με βομβαρδίσουν με ναπάλμ
Νοέμβρης είπαμε μήνας αγώνων]
Θα τον τσακίσεις πάλι, δε σε φοβάμαι
-Θα τον τσακίσω πάλι αυτό φοβάμαι
-Αλήθεια τώρα, τί έχεις;
-Τίποτα.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2018

Ο παππούς μου ο Σπόρος

Ήταν το χρώμα που οι βουκαμβίλιες πότιζαν τις ίριδες μου κάτι Κυριακές πρωινά
στο πατρικό μου σπίτι, ο παππούς με τις ιστορίες από την κατοχή και τον εμφύλιο, 
με το ουζάκι του και τον μονό ελληνικό του, πάντα ατσαλάκωτος 
με το αυστηρό μουστάκι του 
και μάτια πιο τυρκουάζ από τα πιο όμορφα νερά της Κέρκυρας.
Κουβαλούσε πάντα ένα χτενάκι στο πέτο του 
και ένα μπλοκακι που έγραφε στίχους ο παππούς Σπύρος,
ήταν κηπουρός, αγαπούσε τα τριαντάφυλλα , τα ρεμπέτικα, τον Καζαντζάκη και τον Τρότσκι.
Ήταν κοντός και με βλοσυρή φυσιογνωμια ,
κάθε ρυάκι στο πρόσωπο του μια ιστορία κάθε ρόζος στα δάχτυλα του 
η απόδειξη ότι ήταν χειροτέχνης του χώματος.
Ο προπάππους μου βιολιστής στην Κέρκυρα και πότης 
τον προόριζε για μουσικό, αλλά ο παππούς είχε αλλά σχέδια, 
άλλα τα έκανε, αλλά όχι και ήταν εκείνες οι Κυριακές σα παιδί, 
που καθόμουν οκλαδόν πλάι του και άκουγα, φίλτραρα ,απορούσα, μάθαινα.
Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να καταλάβω τη σοφία που κουβαλούσε ένας γέροντας 
ακαδημαϊκά αγράμματος αλλά με παιδεία και ακόμα δεν ξέρω αν έχω καταλάβει καν τα μισα.
Ένα μεξικάνικο ρητό λέει ότι οι άνθρωποι πεθαίνουμε τρεις φορές : 
την πρώτη όταν συνειδητοποιούμε ότι έχουμε ημερομηνία λήξης, 
τη δεύτερη με το φυσικό θανατό μας 
και την τρίτη όταν κάποιος πει για τελευταία φορά το όνομα μας.
Σπύρο δεν έχει έρθει αυτή η τρίτη φορά, ζεις ακόμα, 
στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι το χώμα, την ομορφιά των ανθών 
και τη χρησιμότητα των αγκαθιών. 
Απλά να, είδα κάτι βουκαμβίλιες και το μυαλό ξέρεις ταξιδεύει με περίεργους τρόπους.
Έχω πια τις δικιές μου ιστορίες, ρόζους στο στήθος, 
αγκάθια για άγγιγμα κάποιες φορές, θα στα εξηγούσα ένα κυριακάτικο πρωινό με ένα ουζάκι, 
Μπιθικώτση και για τελος κάνα απόσπασμα από αδερφοφάδες.
Μα ίσως να είναι καλύτερα έτσι, εσύ παππούς, εγώ εγγόνι ενός σοφού,
που έριχνε σπόρους ενώ γνώριζε ότι δε θα προλαβει να γευτεί τους καρπούς τους.
Και αυτό από μόνο του είναι ίσως ό, τι χρειάζεται να θυμάμαι από σένα, τίποτα άλλο.

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Παιχνίδια απο Άμμο

Χάρτινες σαΐτες οι χαμοί
που ξεχάστηκαν σε ένα συρτάρι
και δεν έκαναν ποτέ το παρθενικό
ταξίδι
Πετάξτε
κόκκινες κλωστές οι προσδοκίες
και μείς χρυσόμυγες
ιριδίζοντα σκαθάρια
δηλαδή
Που κόβουν κύκλους κύκλους
μα πετάξτε
δύο τέλειοι κύκλοι
δίπλα δίπλα
φέρνουν τ' άπειρο
μα τις χρυσόμυγες κανείς δεν αγάπησε
τους κύκλους πολλοί
είναι αυτό το δεύτερο συνθετικό
που όλο το χρυσάφι του κόσμου
δεν το σώζει
ακόμα και αυτό που αναπαύεται
σε ένα σπιρτόκουτο
με λίγη ζάχαρη
και παιδική αφέλεια
Ξύλινες σβούρες οι καρδιές
στροβιλίζονται αενάως
δεν είναι σειρά σου να παίξεις
σε αυτό το παιχνίδι
δεν παίζει κανείς
ίσως συγχρονιστούν οι ρυθμοί που
τα στήθια μας γίνονται χαλκομανία
αλλά μέχρι εκεί
Γυάλινοι βόλοι οι οδηγίες μας
σαφείς
κύλα, συγκρούσου, ράγισε
αθόρυβα πάνω στο κράσπεδο
κάλυψε
όλες τις διαδρομές
πριν φθαρείς
σφεντόνες τα χείλη μας
στοχεύουν
αλλά χείλη
σε ένα κυνήγι με βόλι
την πιο ζεστή ανάσα
Όλα τα παιχνίδια μας
κάπως μάς προετοίμασαν
για αυτό που ακολουθεί
μα αυτό που ακολουθεί
δεν είναι παιχνίδι
παίζω όμως
παίζω
και ας έχω χάσει

προ πολλού