Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Γαβ



Κλειδαμπαρωθήκαμε στα κουτιά μας
και παραδώσαμε τα κλειδιά στους συλλέκτες
κατοικίδια του φαίνεσθαι με κηλίδες του είναι
με τα λουριά μας και τα όλα μας
γινόμαστε μάρτυρες ενός αυτοκτονικού καλοκαιριού
καθώς εκείνοι μας ταξινομούν ανα χρηστική σειρά
μαζί με τα κουτιά μας
στη γαλανόλευκη ραφιέρα της ταριχευμένης ρωμιοσύνης

το μπλε και οι αποχρώσεις του είναι το μόνο διαθέσιμο χρώμα

Κυνηγάμε τις ουρές μας προς τέρψιν των
μα δεν τις φτάνουμε ποτέ
δεν είμαστε δα και τίποτα ουροβόροι
γλύφουμε τα αφεντικά για ένα ξεροκόκκαλο
ένας χρόνος δικής τους αποστείρωσης
ισούται με εφτά δικής μας φαγούρας

είμαστε τα παρατημένα σκυλια του Σρέντιγκερ
με σύνδρομο της Στοκχόλμης
ταυτόχρονα ζωντανοί μα πάντα νεκροί
ασφυκτικά στειρωμένοι
ζωσμένοι σε ένα λάγνο ιδεασμό
ξέρεις ρε ποιός είμαι εγώ
παιδιά του Κέρβερου

μα λαχταρούμε λίγη αγάπη απ’την Κόλαση

Θεριεύει η λύσσα, εμβολιάζεται η συνείδηση
οι ρίζες της Ελευθερίας βρωμοκοπάνε κάτουρο
στο άκουσμα μιας πιθανής βόλτας
κρυβόμαστε
έχει μπόγιες η ραφιέρα βλέπεις
και οι φήμες για εντοιχισμένα κλουβιά
είναι μια πραγματικότητα
που αλυχτά αουυυ αουυυ
σε μπλε σειρήνες με επιλιπτική κρίση

Τα έχουμε χεσμένα όλα εγώ εσένα και συ εμένα
μα θα καθαρίσουν άλλοι για εμάς

Πρέπει να κλείσω αυτό το παραλήρημα
το αφεντικό ανοίγει το κουτί
με τόση οργή θα πάρει ώρα
να θυμηθώ να φορέσω το ενοχικό μου βλέμμα
και αν το καταλάβει θα πει ότι φταίω
για τις τρίχες στο ριχτάρι του
Τι και αν δεν έχω πια τριχωμα απ’την ψώρα

Πες μου με πόσα ψέμματα η λύσσα γίνεται πίσσα
όσο θυμάσαι ακόμα να γαβγίζεις
και εγώ θα κυνηγήσω κάτι άλλο
πέρα απ’την ουρά μου για αλλαγή
και ίσως μετά γυρίσω ανάσκελα
να με χαιδέψεις

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

τηλεγράφημα


Θρονιαστήκαμε στις ανημπόριες μας και τις βαφτίσαμε
τεστ
τώρα η σαρκοφάγα μέθεξις στήνει καραούλι σε ηλεκτρονικά λημέρια
μηδενικα και άσσοι οι παντιέρες μας
μελάνια που εξατμίζονται στο προσάναμμα του φοβάμαι
και αρωματίζουν τη θράκα του επόμενου

κοίτα, οι απο πάνω έχουν βάλει και ψήνουν

Θέλω να κολυμπήσεις ως εδώ
και να μου εξηγήσεις πως γίνεται
να πατώνω σε αχαρτογράφητα νερά
ύστερα να με συνθλίψεις
και να με κάνεις άλλο ένα παράσημο του χρόνου
στον πόλεμο βράχος και κύμα
βαφτίζεται σήμερα ο δόλος του Θεού

Οι ωκεανοί τέμνονται καθέτως απο την μπάρα
που αναβοσβήνει στον κειμενογράφο μου
γίνομαι άσσος και καταγγέλω το φόβο
πιάσε τον θρόνο απο την άλλη
και βόηθα με να τον πετάξουμε στα πιο σκοτεινά νερά
να γίνουν κοράλλια που θα κατοικήσουν
κοπάδια απο τα πιο απομονωμένα πλάσματα
αυτα που δε βλέπουν,δεν ακούν δεν αναπνέουν
τα πιο τοξικά

γίνομαι μηδέν και εξυμνώ το έρεβος

Ο λυρισμός δεν έχει ανταλλακτικά
ούτε συναρμολογείται σε κάποιο υπόγειο
το ανελέητο σφυροκόπημα της ύπαρξης
θα σε βρει στα πιο σπινθιροβόλα χτυποκάρδια
αλλά τι ξέρω και γω πάντα σπάταλος ήμουν
στιγμών, κυμάτων, κάρβουνων,
τεστ

Ένα μηδέν μηδέν μηδέν ένα
λέω σήμερα να μην σπάσω το ποίημα
να το αφήσω να γιγαντωθεί
όπως ο άρτος και τα θεάματα
σε επιθετική τροχιά μα γνώριμη
να μην φοβηθούμε για αλλαγή
και να κάνουμε το δικό μας τσιμπούσι απο ανεκπλήρωτες ανάγκες
να βαφτιστούμε στο κρασί
να χτίσουμε πάνω στο σύστημα το δυαδικό με τα δικά μας κοράλλια
εμπρός για νέους κόσμους όπου τα λάβαρα θα είναι απλά ανάμνηση

θα σε ευχαριστήσω μετά πολύ μετά
μου περισσεύει λίγος χρόνος
και τελικά δε θα σπάσω το ποίημα
γιατί στην ουσία δεν έχω κάτι καινούργιο να πω
γιατί στην ουσία δεν έχω κάτι
δεν έχω ουσία
αλλά γεμίζω στάδια

Παρακολούθα με πίστη και ευλάβεια
άρτος και θεάματα
και μια θάλασσα που αφήνει ευγκαύματα
ενώ βρέχει
ενώ βρέχει
ενώ βρέχει

βαφτίζεται ο δόλος του θεού
και συ θέλεις να κολυμπήσω ως εσένα
μα εγώ πατώνω στα αχαρτογραφητα νερά
γιατί πατώνω σε αχαρτογράφητα νερά;

Γκοοοολ!
Ψωμί;

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Πυρ και Μανία









Έχασα τρίτη φορά τον αναπτήρα μου μέσα σε μία εβδομάδα
αν ήμουν προληπτικός θα έλεγα ότι η φωτιά με αποκήρυξε
η ζωοδόχος σπίθα μου ζητιανεύει τσακμακόπετρες
σε ένα άγονο σώμα
με οδόντα τοις εκατο νερό
μαλάκες ξέμεινα λιθοβολήστε με
και αυτή δεν είναι η μόνη ειρωνία του πράγματος
επειδή είμαι προληπτικός είχα κρατήσει ένα σπίρτο
για ώρες ανάγκης σαν αυτήν
μα μούσκεψε και χάλασε που λές
σε ένα άγονο σώμα με ογδόντα τοις εκατό νερό
Βλέπεις η πρόληψη και η προκατάληψη
φιλοξενούνται στον ίδιο επιθετικό προσδιορισμό
και εγώ
δέχομαι πανταχόθεν μια απροσδιόριστη επίθεση
απο άλλα υδρόβια σώματα
για την κυριότητα της καχεκτικής μου σπίθας
υποθέτω/ ίσως και όχι
κάτι που με προβληματίζει
με ωθεί να ψάξω στο πυρ το εξώτερον
εκεί που έχει πάντα φωτιά
ή έτσι λένε οι φλογερές οι κακές γλώσσες
και οι επιθέσεις τουλάχιστον
είναι γνώριμες
μπορεί να ρισκάρω να εξατμιστώ πριν μεταλαμπαδεύσω τη φλόγα
στο εδώ
μα ίσως βρω ένα καζάνι ακριβώς στα μέτρα μου
και βράσω στο ζουμί μου
ένας πορφυρός Διογένης με αναβαθμισμένο πιθάρι
ίσως φορέσω ένα πειστικό κοστούμι
με φολίδες και λάβα
και πάρω τη θέση του βελζεβούλη
αλλά οι κατατακτήριες για την κόλαση αργούν
και εγώ δεν είμαι καλά διαβασμένος
Μα τώρα που το καλοσκέφτομαι
ποιός το κουναει απο δώ τώρα;
Πολλή η υγρασία στις πατούσες μου ,
νωπές οι ανάσες και πλημμυρισμένα τα πνευμόνια μου
για αυτό λέω μάλλον να το βουλώσω και να αράξω
μα αν υποψιαστώ πως όλα είναι στο μυαλο μου
και κάποιος μου καβατζώνει τους αναπτήρες μου
θα του γαμήσω το σπίτι
προληπτικά
και απροκάλυπτα.


Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Έψιλον


Εκείνη μοσχοβολούσε απείθεια και ίαση

εγώ κανάκευα διαρροές της παράνοιάς μου

καιρό τώρα

μοιραστήκαμε άθελά μας το ίδιο τρεαίνο

έ ντρομος εγώ

αι θέρια εκείνη

ο χρόνος μας ταρίχευσε για πάντα

στο μακελειό της Ομόνοιας

στο κατάστρωμα των εισητηρίων

πρωτοαντίκρυσα την πλάτη της

ασπόνδυλες ιαχές πλυμμήρισαν

τα στεγανά μου

της χάιδεψα τα πλευρά
σαν ένα ασθενικό γειά σου

ένα ενοχικό ενοχλώ
στην φάλτσα οχλαγωγία

το ιώδιο φώλιασε στα ακροδάχτυλά μου

μου έγνεψε να προχωρήσουμε

και ολη η μαυρίλα φώτισε

απο την πυρκαγιά των πυξίδων

Περπατήσαμε ψηλαφώντας νέες αρθρώσεις

κατευθυνόμενοι στο κέντρο της απείθειας

επωμιστήκαμε όλο το βάρος της Μεσολογγίου

ράψαμε στα ποτήρια μας τα θρόισμα της ανυπακοής

τη γεύτηκα

με μέθυσε

και βάλαμε τρικλοποδιά στις συμβάσεις

είδα φευγαλέα τι χρώμα έχει ο έρωτας

μα για ακόμα μια φορά ξύπνησα μόνος

βλέπεις στα λεωφορεία

της επιστροφής

όλες οι προσδοκίες πνέουν τα λοίσθια

πάνω σε αποχαιρετισμών φορεία.


Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

od


Ζούσε μέσα σε μια μπουρμπουλήθρα
σε ένα κόσμο γεμάτο καρφίτες και πινέζες
είχε όλους τους λόγους του κόσμου να σιωπήσει
αλλά η σιωπή τη βάραινε
το σπίτι έπεφτε και εκείνη φώναζε
οι φωνές έκαναν τα τοιχώματα ιριδίζοντα
το σπίτι μεγάλωνε και απογειωνόταν
ξέφυγε απο τις καρφίτες
αλλά κατέληξε στο διάστημα
η μπουρμπουλήθρα έσκασε τελικά
και όταν με έκπληξη συνειδητοποίησε τη μυτερή της μύτη
αποφάσισε πως είναι βελόνα
και καθώς οι σύριγγες πάντα την απωθούσαν
ξεκίνησε το ταξίδι της για την Κοιλάδα Των Κλωστών
είχε όλους τους λόγους του κόσμου να τρυπήσει
αλλά οι τρύπες την φόβιζαν
παρ’όλο που είχε μια τρύπα για κεφάλι
Έτσι μόνη και άστεγη πια
έβαλε σκοπό να συμμαχήσει με τα νήματα
να ράψει το κεφάλι της να κλείσει η τρύπα
όχι για να γίνει καρφίτσα
αλλά για να σταματήσει να σκέφτεται
αγνοώντας την ειρωνία του πράγματος
μέχρι που μια μέρα στο δύσβατο δρόμο της
ξέσπασε μπόρα και άνεμος βαρύς
φύσηξε μέσα στο κεφάλι της βοριάς
και έκεινη γέννησε ένα σπίτι
είχε όλους τους λόγους του κόσμου να το σκάσει
μα εκείνη το άφησε να πετάξει
γιατί ούτως ή άλλως ο κόσμος ήταν καρφίτσες και πινέζες
“θα το σκάσουν αυτοί για μένα” σκέφτηκε
και συνέχισε το δρόμο της προς την Κοιλάδα των Κλωστών
μα τι έπληξη;!
Η μπόρα πέρασε, βγήκε και ουράνιο τόξο
και σαν κοιταξε ψηλα
είδε μπουρμπουλύθρες πολλές
και ιριδίζουσες
μα ούτε μια φωνή δεν ακουγόταν τριγύρω
και είχε όλους τους λόγους του κόσμου να είναι χαρούμενη
μα εκείνη έκλαψε και έκλαψα και έκλαψε
και άδειασε μέσα της τόσο
που έγινε αγωγός για κραυγές αγωνίας
σε φλέβες ,με σκόνες και υπερβολικές δόσεις
σε ένα κόσμο γεμάτο καρφίτσες και πινέζες
βρήκε τη θέση της πλάι σε αυτές
σε ένα πίνακα ανακοινώσεων
στην είσοδο της πολυκατοικίας
“Παρακαλούνται οι ένοικοι της πολυκατοικίας
να σουτάρουν την παραμύθα τους στον φωταγωγό
γιατί στην είδοσο τρομάζουν οι καρφίτσες”
Δεν ξανάκουσε κανείς για αυτήν
μονάχα όποτε βρέχει
ακούγονται κάτι κραυγές
όχι ιριδίζουσες μα μαύρες
φήμες λένε ότι είναι πένθος απ’την Κοιλάδα Των Κλωστών
οι μπουρπουλήθρες έγιναν δαχτυλήθρες
και ράβουν και ξηλώνουν
στο όνομά της
ένας κόσμος γεμάτος καρφίτσες και πινέζες
που είχε όλους τους λόγους του κόσμου
να την κάνει
να πάψει να φωνάζει.