Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Αυτοκινητάκι Για Τις Δύσκολες Ώρες




γινομαι τόσος δα

και συγκρούομαι στο σαλονι μου
που πας ολόκληρος μαλάκας με κολλημενο τιμόνι και γιατι τρέχεις στο σαλόνι

έξω οι δρομοι είναι ανοιχτοί για σένα και αλλα τέτοια περίεργα που είμαι πολυ μικρος σε μέγεθος για να απαντήσω όχι λόγω ηλικίας αλλα να, οι άνθρωποι δε γυρνάνε και με στηθοσκοπιο ανα χείρας και συνήθως προσπαθώ να αποφύγω τις σόλες των παπουτσιων τους αντι να φωναζω.


Άλλες ασχολιες και ιδιοτροπίες στον δικο μου κοσμο το κόκκινο ανθρωπάκι στο φαναρι σημαίνει “ “δέσε τα μάτια σου με αυτό το μαντήλι και προχώρα” ενώ το πράσινο

“φυλάξου εξωγήινοι κυνηγοί παραμονεύουν με μια κορναμπίνα” και δώστου μπαμ-μπαμ και δώστου μπιπ-μπιπ ενίοτε και μπιμπ-μπαμ για ποικιλία

και κάτι άλλοι με ράσα και σταυρούς που σταυροκοπιούνται με μπιγκ-μπανγκ αλλά ξεφεύγω πάλι απο την ουσία.



Έχω φυλαγμένες κάτι αργυρές λίρες γιατί στον κόσμο μου μόνο οι μπύρες είναι χρυσές μάγμα απο κριθάρι δηλαδή και ένα σιτάρ που θεωρώ το μαγικό έγχορδο, δημητριακά που λές ο θυσαυρός,ούτε άνθρακας ούτε 7,9881 γραμμάρια καθαρής βικτωριανής τρέλας, αλλά τί θεωρώ εγώ δεν έχει και τόση μεγάλη σημασία θαρρώ
αλλωστε είναι εποχή θερισμού και τα δημητριακά βγάλαν ανακοίνωση κινδύνου

ευτυχώς πρόλαβα να μεθύσω, δυστυχώς δεν έμαθα να παίζω σιτάρ.
 

Το αυτοκινητάκι μου παίρνει κέρματα για να δουλεψει. Όχι ο,τι και ό,τι, αλλά αυτές τις ασημένιες λίρες που προείπα και κάθε φορά που βγάινω στην πολη, περνάω απ’την βικτώρια αφήνω έναν αναστεναγμο 7,9881 γραμμάρια, λέρα γνήσια δηλαδη, παραπατώντας απο το μεθύσι φυλαγόμενος από τους κυνηγούς με ένα μαντήλι στο πρόσωπο με το δίλημμα “να κάτσω να μου την μπουμπουνίσουν να προχωρήσω να με πατήσουν, να φωνάξω να με γράψουν στ’αρχίδια τους να μεγαλώσω να κορνάρω και εγώ ή να γυρίσω σπίτι να κάνω κλικ στην υποδοχή την τελευταία ασημένια λίρα να κάνω γύρα το σαλόνι μου;


Θα ξαναβγώ 25η. Που θα ναι όλοι κυνηγοί ,αλλά γαλανόλευκοι αυτή τη φορά και από τα μεγάφωνα θα ακούγεται σιτάρ, αυτοί θα παρελαύνουν και εγώ θα γαμιέμαι στα γέλια

παίζοντας κορώνα-γραμματα την τελευταία μου λέρα.

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

δεν έχω χρόνο


Δεν εχω χρόνο, ζυγιάστηκα στην κρεαταγορά
με τρύπησε τσιγκέλι και ματώνω
δεν έχω χρόνο εφύσηξα ευχή καταραμένη
ήρθε με βρήκε, έλιωσα
τον καταψύκτη ποιός εξέχασε
ανοιχτό
δεν έχω χρονο
Δεν έχω χρόνο, νύχτα παχιά ήρθε με σκέπασε
μα το φεγγάρι με επάγωσε
δεν έχω χρόνο
δεν έχω χρόνο, την παραμύθα ποιός του χάρισε
βλέμμα στο άδειο – μπιντές γιομάτος
μα πατώνω
δεν έχω χρόνο, την ευκαιρία την μασούλησα
την έφτυσα, με γράπωσες στα χώνω
δεν έχω χρόνο, την παραμύθα ποιος μας χάρισε
φλέβες μπλαβιές,νυστέρι,ανάχωμα
ζυγώνω
δεν έχω χρόνο
δεν έχω χρόνο, θα ανατέλλω μέρες άνυχτες
θα περιμένω μάταια πόνο
θα τελειώνω
δεν έχω χρόνο
δεν έχω χρόνο, την ανοιξιάτικη θολούρα θα πληρώνω
Τώρα για πες μου
πόσο ξοδεύτηκες
για ενα
ανταμώνω

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Εν τέλει ην ο βέβηλος




Ταλανίζομαι στην ακέραιη σπουδή της αβεβαιότητας
και είμαι πια βέβαιος πως έχω αποφοιτήσει
Βαζανίζομαι σε άσπιλες σπονδές στην ματαιοδοξία
και είμαι τόσο όμορφος εκεί
που με σφάζω για να με φάω
Ένα αβέβαιο εκρεμμές με υπαρξιακές ταλαντώσεις
μόνο άχρηστο μπορεί να είναι
εκτός και αν διαμηνύει
την βέβαιη αβεβαιότητα του Χάους
πράγμα που δεν μπορώ να γνωρίζω
γιατί νομίζω
πως με έκοψαν στις τελικές
Εν τέλει
ταλανίζομαι
μία απο δω το δικό σου εκεί
δύο απο πού
τρεις πήγε πάλι
και εγώ ακόμα να κουρδίσω τα ρολόγια μου
χαραμίζομαι
να μου προσφέρω έλαια και αίμα
και με κοιτώ στον καθρέφτη που κανιβαλίζομαι
βέβηλος πια
και άσχημος
κυρίως άσχημος
εν αρχή ην το Χάος
ή μήπως όχι;
Δεν έχει και τόση σημασία
πιά
εκτός και αν κάποιος ορίσει
το πια.
Είπαμε, 
μία απο δω
Τέλος – Καμία

[Κάποιος ας μου πει με αβεβαιότητα
αν ποτέ βαριέται η ανία και αν δεν γνωρίζει αυτό
στα πόσα “δε ξέρω” γίνεται μανία]

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

Απομεινάρια Των Θεών




Έρχεται πάντα απρόσκλητο, το τρέμουλο
σαν εγκέλαδος, νόμιζα πως είχα ξεμπερδέψει
μα είχε άλλα σχέδια για μένα
μια λαίλαπα απο γράμματα κατακλύζει το οπτικό μου πεδιο
σαν ενας κώδικας που πρέπει να σπάσω
οι λέξεις, οι εικόνες, όλα είναι εκεί
μένει μονάχα να τις βάλω στη σωστή σειρά
και τότε συμβαίνει
Οι τεκτονικές πλάκες στο προμετωπιαίο λοβό μου ραγίζουν
μετατοπίζονται
και ένα τσουνάμι μέθεξης κατακλύζει τις φλέβες μου,
μολύνει το νευρικό μου σύστημα
τα αγγεία μου
όλα οδηγούν το χέρι μου να σπάσει τον κώδικα
έρχεται πάντα όταν δε το περιμένω και αν δεν το αποτυπώσω σε χαρτί
με συνθλίβει

Οι λέξεις

τα απομεινάρια των θεών / τα ματωμένα χείλη των εραστών / το χνούδι στον αφαλό της/ οι τρυφεροί κυνόδοντες του σκύλου μου στο πιάσε την μπάλα/ η μουσική που παίζουν τα ματοτσίνορα όταν ξανανθίζουν μετα απο δεκάδες λίτρα χημειοθεραπείας / το πορφυρό σταφύλι που μου χρωματίζει τον ουρανίσκο / τα απομεινάρια των θεών 

Τα χαλάσματα

Κάθε σεισμός μου αφήνει και ένα κουσούρι
δεν περπατάω πια
τρεκλίζω
πρέπει να ξαναμάθω να μπουσουλώ
και αυτό είναι κάτι που το έχω αποδεχτεί
Δουλειά δεν έχω
θα έλεγε κανείς ότι είμαι δυσλειτουργικός,κουτσός,στραβός και ανάπηρος
και όταν με ρωτούν με τί ασχολείσαι, απαντώ
“σπάω κώδικες”
και αν θέλουν παραπάνω πληροφορίες
“ενώνω τα απομεινάρια των θεών”
και αν με ρωτήσουν πως πάω στη δουλειά
“με μαγκούρα”
και αν επιμένουν “μα καλά πως ζεις, τί τρώς;”
Ζω ανάμεσα σε ερείπια,
είμαι σεισμόπληκτος
και τρώω φρίκες.
Ας συστηθούμε...

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

Νεκροταφείο Ελεφάντων




Ξέρεις, οι ελέφαντες θρηνούν
και εγώ έχω έναν ελέφαντα

που με ποδοπατά στο στέρνο κάθε μέρα
δε ξέρω αν θρηνει,
δε γνωρίζω αν απλά θέλει να παίξει
μα απο μικρός τον αγαπούσα,
αλλά για κάποιον λόγο
που δεν έμαθα ποτέ
πάντα προσπαθούσα να αποδείξω
ότι δεν είμαι ένας απο αυτούς ,
μα μάταια.
Έχω ένα νεκροταφείο ελεφάντων στην φιλντισένια καρδιά μου
ένα πτώμα

για κάθε αποκύρηξη της φύσης μου
συχνά ο ελέφαντας στο στέρνο μου το επισκέπτεται
βλέπει το φίλντισι,τρομάζει
και κάνει να φύγει
Μα εγώ του ανοίγω διάπλατα την πόρτα
και ας είναι να πεθάνω απο ακατάσχετη αιμορραγία
γνωρίζοντας ότι κάθε φορά

μπορεί να είναι η τελευταία
και ελπίζω, να είναι η τελευταία
Να μπορεί επιτέλους να αναπαυτεί 

εν ειρήνη με τους άλλους
να μπορέσω και εγώ να αποδείξω
ότι τελικά
ίσως και να’μαι 

ένας απ’άυτούς.

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

γλώσσα τύπου 2.0

Χρησιμοποιούσε τη γλώσσα των διανοούμενων πια
αυτή την αναβαθμισμένη εκδοχή λογισμικού γλώσσας 2.0
ανα δέκα βιβλία, δώρο το τσιπάκι κάτω απο τη γλώσσα
μέσα στη γλώσσα
μια γλώσσα για κάθε γραμμή
μια γλώσσα για κάθε κώλο
με το καινούργιο τσιπάκι εξαλειφόταν θαρρείς
το ενοχλητικό τραύλισμα
απόρροια της ψυχαναγκαστικής φύσης του
ή της έλλειψης βενζοδιαζεπινών
την χρησιμοποιούσε όμως ορθά
και καθιστά, όπως δηλαδή τον εξυπηρετούσε
σαν σωστός λόγιος
ρήτορας κανονικός με τα όλα του
και έτρεμε ολόκληρος
απο τη μέθεξη που τον τύλιγε
ή μήπως απο την έλλεψη βενζοδιαζεπίνων
ή μήπως απο την ψυχαναγκαστική φύση του
που πάλευε να βγεί
μα αυτός δεν την άφηνε
μονάχα διάβαζε διάβαζε διάβαζε
είχε βάλει σκοπό το επόμενο λογισμικό
να αποκτήσει
να κάνει κτήμα του τη γλώσσα
τσιφλίκι του, να της καρφώσει τέλος μια σημαία
ένα σταυρό ή ένα σφυροδρέπανο
-γιατί το αλφάδι προνόησε με κύκλο να μη στεριώνει πουθενά-
για να μπορεί να εισπράττει φόρους
απο κάθε επίσκεψη των άλλων σε αυτή
την καυτηριασμένη άγονη περιουσία
καί ύστερα να μαζεψει λεφτά πολλά λεφτά
για να μπορεί να ξαναπάρει βενζοδιαζεπίνες
όταν τραγικα θα ανακάλυπτε
πως οι γλώσσες στα άλλα στόματα που τον ενδιέφεραν
είχαν αλλεργία στη μεταλλική γεύση
και μάτωναν στα συρματοπλέγματα
και όταν συνειδητοποιούσε
πως δεν του έμενε πια τίποτε άλλο να κάνει με αυτή
θα την έκοβε απο την ρίζα
και θα μάθαινε επιτέλους να σκέφτεται
και να φιλά ξανά
δίνοντας αυτή τη φορά έμφαση
σε κάθε έκφανση της ερωτοτροπίας.
Φτου

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

στις ρωγμές









Δεν έχω χρόνο να σηκωθώ
έπεσα ,αλλά δεν έχω χρόνο να σηκωθω
γιατί τώρα είμαι σκαλοπάτι
για αυτούς που πήρα μαζί μου στην πτώση
δεν έχω χώμα να ριζώσω
έκλαψα, με πότισα και ρίζες πέταξα
αλλά δεν έχω χώμα να ριζώσω
και τώρα στις ρωγμές του χρόνου κατοικώ
στα αφιλόξενα τσιμέντα
άχρονος,άπατρις και με πολλά αγκάθια
κυρίως αγκάθια
παρά ανθό
μια μικρη σκάλα προς τον ουρανό
και προσδοκώ
αν την ανέβεις μια ρίζα σου να μου πετάξεις
για να πιαστώ,
να ανεβω και εγώ.
Όταν υπαρξει χρόνος να ανέβω και εγώ
ρίζα εσύ, αγκάθι εγώ
σπιθαμή-σπιθαμή
μόνο πάνω πια
πατρίδα μας το σύννεφο να κάνουμε
μόνο πάνω πια
να μη χρειαστεί να ξανακλάψουμε 
ποτέ.