Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020

Απο τύχη

Το αγόρι καθόταν στο παγκάκι
το σκουλαρίκι της νιότης
κρεμόταν
απ’τον οίστρο του
διάβαζε το βιβλίο του
καθώς υπογράμμιζε τις καμπυλότητες του
χρόνου
άχαρος
σαν ζωγράφος που κρατά
το πινέλο ανάποδα
ήθελε να είναι άλογο
μα τού έλαχε ξεβρασμένος ιππόκαμπος
στη στεριά
έχουμε αποτύχει – ψιθύρισε
ένας παππούλης παραδίπλα
που έψαχνε τα σκουπίδια
έκανε το σταυρό του
και έστρωσε το Μυστικό του Δείπνο
στον κάδο
απ’τον πεζόδρομο περνούσαν
νταλίκες ψυγεία
είμαστε στοιβαγμένα κρέατα
έχουμε αποτύχει
ο θεός άδειαζε το τασάκι του στα σύννεφα
η ζωή είναι πιο ειρωνική
από κλεψύδρα σε αμμοθύελλα
τα καναρίνια στα γύρω μπαλκόνια
βγάζαν ιαχές πολέμου
οι ψυχροί φανοί των δρόμων
τον έκαναν να κουρνιάσει
έχουμε αποτύχει
οι ακάλυπτοι μοιρολογούσαν
τον επίλογο των αυτόχειρων
τράβηξε τα εντόσθια του
και βγήκαν χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια
έκλαψε
στέρεψε
δίψασε
Το κορίτσι τον πλησίασε και του πρόσφερε το μπουκάλι της.
Από τύχη.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020

Αγγελία

Μου είχες πει πως μεγαλώνω όμορφα
μα μου' πες ψέμματα
τσαλακώνομαι σαν χτεσινή εφημερίδα
στην κωλότσεπη
στο ένα μου μάγουλο κυλάει ο Τίγρης
στο άλλο ο Ευφράτης
κάτι
γλυκαινει βιαίως την όψη μου
Ωστόσο
Θυμάμαι εκείνο το πεντάσφαιρο κονιάκ
στα απωλεσθέντα Σαββατόβραδα
με την κοκκινόμαυρη μέδουσα
από πάνω μας
πανόπτης οφθαλμός
να επιτηρεί για τυχόν εκπυρσοκρότηση
Όταν ήμουν μικρός
έπαιζα με όπλα
τώρα μεγάλωσα και δεν παίζω με κούκλες
υγρή ποίηση
στα στερεότυπα
πίσω στο θέμα μας
σελίδα 32 αγγελία:
ζητείται αλήθεια ατσαλάκωτη
να'χει συνήθεια τη ρώσικη ρουλέτα
και υγρό χρυσάφι στα σωθικά.
Σειρά σου

Καμμένη Γη

Να με πιάνεις τρυφερά από τα μαλλιά
να με ταΐζεις
χώμα προσμονή
και ανάγκη
χτισμένες φωλιές μικρών πουλιών
τα μάτια μας
χορταίνω δάση ολόκληρα
στις χούφτες μου
Έχω να κοιμηθω καλά τρεις χειμώνες
Καμμένη γη καπνίζω
Φουμάρω εκτάσεις
ατέλειωτες
Της ψυχής μου στο μυαλό σου οι προεκτάσεις
γίνονται καπνός
Θέλω να κλείσω τα μάτια μου
Μα
Παράλυτα σπουργίτια
κουρνιάζουν στις κόγχες μου
οι τρίχες σπάνε
τσαλακώνουν τα βλέφαρα
γίνονται υπόστεγα ανασφαλή
κοίτα
έχει να βρέξει τώρα κάτι μέρες
Στέγνωσα μέσα μου
αγάπη μου
και εκτός μου
φουμάρω καμμένη γη
Να με πιάνεις από τα μαλλιά
να με ταΐζεις χώμα
την έχω ανάγκη πια
αυτή τη προσμονή
Ίσως τότε, ίσως , ανθίσει κάτι
και' γώ μπορέσω επιτέλους
να κοιμηθώ καλά
πάνω στα φύλλα του.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

Ο παλιατζής


Σε ρώτησα τι κάνεις
καλά
περίεργα
καλά
ήξερες πάντα να φοράς ένα επίχρυσο ένδυμα στο κρύο
όχι να ντύνεσαι ζεστά
μα να φασκιώνεις τις χιονόμπαλες μην λιώσουν

φαντάζομαι τι καιρό κάνει στις ίριδές σου
βλέφαρο
σπίθα
βλέφαρο
σαν το γατί σου που κουρνιάζει
ανάμεσα
στα πόδια σου
σαν την ουσία
που κατοικεί στην απουσία
για παρέα.
Περνάει ο παλιατζής πάλι από τη γειτονιά σας
και με ξύπνησε
γαμώτη
πάλι με ξύπνησε
και χάρτινα είδη και ξύλινα είδη
και σιδερικά παίρνω
περνάει ο παλιατζής πάλι
τί θέλει
έχω παραδώσει σώμα, έχω παραδώσει πνεύμα και ψυχή
καιρό τώρα
χάνει το χρόνο του εδώ
όπως χάνεις την ουσία

Καλημέρα
Μέρα
Καλημέρα

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Ωκεανός

Φορώ στο βλέμμα μου
τη θλίψη των πυγολαμπίδων
Στους ώμους μου το μπαλωμένο σακάκι
του σακάτη και κουτσαίνω
Τα κόκκαλα μου δανεικά απ'τα σφαγεία
Στις τσέπες μου
μισοφαγωμένα απωθημένα μιας περασμένης Κυριακής
Ανοίγω το στόμα μα δε βγαίνει φωνή
Αλλά εκατοντάδες σπουργίτια
που είχαν βρει καταφύγιο
στους ουρανούς που σου ψιθύρισα
Στους τοίχους μου σχηματίζονται κοράλλια
Η θάλασσα καλύπτει την πόλη το ξημέρωμα
Όταν ο ήχος φτάνει αργά στα αυτιά σου
όλα είναι σα κύμα
Κρατώ στο χέρι μου
τ' άλλο μου χέρι
όλα είναι κύμα
μα το άλλο μου χέρι
σαμποτάρει τα δικά σου
ωστικό
Βγάζει ένα δίκανο και σημαδεύει
τα πουλιά
Δεν είμαι αυτός που νόμιζα
μισή ολόκληρη ζωή
έχω άλλη τόση
να τιθασεύσω τους ανέμους
Ακου το σφύριγμα
που κάνει η σιωπή
δεν είναι αγάπη μου
οι Κυριακές για απωθημένα
ξέφυγαν όλα να κουρνιάσουν
στα μαλλιά σου
Ούτως ή άλλως δεν όπλισα ποτέ
απόδραση εκ προμελέτης
απεφάνθη ο ουρανός
Ο τρελός συμφώνησε
Ο σακάτης χόρεψε
μη με φοβάσαι
καταφτανει ωκεανός.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019

Εκείνη

1:13πμ: Κυνηγάω τη σκιά μου και την πιάνω
Κουρασμένη πια δεν αντιστέκεται
Πνίγεται σε ένα μπολ με δημητριακά
Προσποιούμαι πως δε θυμάμαι τεχνητή αναπνοή
Αφήνει το άσμα του κύκνου στο γάλα μου
Τη σακατεύω με το κουτάλι
Κοιτώ τριγύρω για μάρτυρες
Ουδείς


1:47: Οι συνθήκες ιδανικές για επιβίωση
Που σημαίνει: καθόλου ιδανικές για γραφή
Το φονικό ξεχνιέται εύκολα
Καθόλου ιδανικό για ποιητή
Φοράω τη πανοπλία της νύχτας
Τριγύρω μου ο κόσμος
ξηλώνει ερινύες
Ράβει άλλοθι
ένα πλεκτό που κρατάει από πάντα
μα πανοπλία δε θα γίνει ποτέ.


2:02: Η πανοπλία με βαραίνει
Να τα πετούσα όλα να έρθω να σε βρω
Νιώθω το σφυγμο του σκύλου μου
Να συγχρονίζεται με το δικό μου
πώς αφού φοράω πανοπλία;
Και οι δυο μαζί συνθέτουν
Το πρελούδιο της ανάγκης
Θέλω να έρθω να σε βρω
Να μην έχω σφυγμό
Για λίγο , για πόσο
Έστω για όσο


2:15- 2:47: Στην τελική άντε γαμήσου
Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός
Ο χρόνος δεν είναι φιλικός
Έχω κόψει την καρδιά μου σε εκατοντάδες κομματάκια
Και ταΐζω τα δευτερόλεπτα
Μήπως με αφήσουν ήσυχο αυτό το βράδυ
Φοβάμαι πως η καρδιά μου δε θα φτάσει
Μά η θυσία μάταιη
γιατί δευτερόλεπτα δεν υπάρχουν
Τώρα κοιμούνται χορτασμένοι
κάτι Ιππότες του μίσους
στο κρεββάτι μου.


3:01: Λυπάμαι για όσα είπα
μα κυρίως για όσα σκέφτηκα
Νομίζω ότι λυπάμαι και για μένα
Σίγουρα λυπάμαι για μένα
Κάτι περιφέρεται στο διάδρομο
Παντου σκοτάδι
Έχω ακόμα το φως σου στα μάτια μου
Με αναγνωρίζω λίγο πριν κλείσω την εξώπορτα
Σκιώδης, ανάλαφρος , μετανοιωμένος
Δε σε λυπήθηκα ποτέ


4:07: Νομίζω πως σε αγαπώ
Γύρισα όλη τη πόλη μα δε σε βρήκα
Ήμουν πάντα ένα βήμα πίσω σου
Σε όλη τη διαδρομή
άφηνα ένα κόκκινο μονοπάτι
από το στέρνο μου
Τώρα αν θελήσεις ξέρεις πως
Μα δεν υπάρχει τωρα
Και κυρίως σιχαίνεσαι να ακολουθείς


4:56: Ξαπλώνω όπου βρω
Θα πρέπει επειγόντως
η σκιά μου να με ξαναβρεί
Άλλωστε και αύριο νύχτα είναι
Αύριο , νύχτα
Οι έννοιες με ζαλίζουν
Η έχω χάσει όλο το αίμα μου
Αμυδρά βλέπω περαστικούς
Να βγάζουν πανοπλίες
Και να τις θάβουν κάτω απ'την άσφαλτο
Μα νόμιζα πως...


5:17: Ξημερώνει οσονούπω
Καλημέρα γλυκιά μου
Μία από αυτές τις μέρες
Ή όπως τις λένε
Τέλος πάντων
Θα έρθω να σε βρω
Έχουμε χρόνο μπροστά μας
Έχουμε τις σκιές μας.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Βάλε να πιούμε

Δακρύσαμε ταυτόχρονα
και εκείνη τη στιγμή
κύλησε ολόκληρη η ζωή μου
πάνω στα μάγουλα σου
Ένας αμοιβαίος οργασμός
ψυχικής κάθαρσης
Καθάρισε τις ίριδες μας
Καθόρισε τις ανάγκες μας
Να πεθαίνω να με πιάνεις
Να σπας να σε κολλάω
να πίνουμε τους οργασμούς μας σε σφηνάκια
Μια οθόνη με την επιγραφή
"χωρίς σήμα"
Περιέγραφε τόσο λακωνικά
Μα τόσο εύστοχα
Την κατάσταση του μυαλού μου
Λίγο μετά την κάθαρση
Τα σκυλιά μας θεωρούσαν αγέλη
Τα πιάτα μούχλιαζαν στην κουζίνα
Το σαλόνι δε χωρούσε άλλο δράμα
Το δράμα δε χωρούσε σε μας
Γελάσαμε υστερικά και φιληθήκαμε
Στο υγρό σου βλέμμα αποτυπωνόταν
Η ανάσα μου
Δική σου
Σε πήρα από το χέρι και βγάλαμε βόλτα τα σκυλιά
Τα παγωμένα χνώτα των ζώων ζεστά
Μην κλάψεις άλλο
Το βλέμμα σου καθάρισε
Η ανάσα μου δική σου
Πια