Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Το θερμοκήπιο της Βαβυλώνας








Τον μήνα της παναγίας
έχουμε μια παράδοση σε αυτή τη χώρα
καίμε τα δέντρα ,τα πουλιά, την άγρια ζωή
γιατί οι ήμεροι άνθρωποι βρωμάνε καθαρότητα
και βάζουν στα κρεματόρια
ό,τι σιχαίνονται· το ελεύθερο
Τίποτα ιδιαίτερο
έχει ξανασυμβεί /και θα ξανασυμβεί
μέχρι η τσιμεντοποίηση
να πάρει νόμπελ Λογοτεχνίας.
Αφού τελειώσουμε με τη γη
ωσάν πυρομανείς αγρότες
καταπιανόμαστε με τη θάλασσα
το αρχέτυπο
της μάνας
αυτό που εμπεριέχει
της μαυρίζουμε τη μήτρα με πετρέλαιο
να μάθει αυτή να γεννάει ελπίδες
να μυρίζει λυτρωμό
να βυζαίνει αρμύρα
να πεθάνει και αυτή
όπως πεθαίνουμε εμείς
νεκρόφιλοι ναυτικοί
με μαζούτ αντί για αίμα
Είμαστε άνθρωποι βλέπεις
και τρέμω
τρέμω γιατί
αν η ετυμολογία
είναι όντως άνω θρώσκω
τι
άλλο χείριστο ετοιμάζουμε
για το κει πάνω.

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

ρισέτ



Ξέρω κάθε σημάδι στο πάτωμα του σπιτιού μου
 το μισοφέγγαρο που λείπει στο πλακάκι δίπλα στην πόρτα
 όταν στα εφτά μου έπεσε από τα άγαρμπα χεράκια μου
 το βαρύ μεταλλικό τανκ που έπαιζα πόλεμο
 έχω να πω για αυτό μια τρελή ιστορία
 αλλά δεν είναι αυτός ο τόπος ούτε ο χρόνος
 Μπορώ να σου πω με βεβαιότητα ότι υπήρξα παρών σε εκείνο το υπερβατικό δρασκελισμό της γάτας πάνω στο υγρό τσιμέντο
 είδα τον τρόμο στα μάτιας της και την ανακούφιση λίγα βλεφαρίσματα μετά
 καθώς στεκόμουν εκεί άπραγος. Σήμερα είναι απλά εξίμιση πατούσες-ένα με το πεζοδρόμιο
 αρκετά χρόνια μετά, κατι που ενας περαστικός θα πατήσει,θα φτύσει,θα πετάξει το τσιγάρο του,
 για μένα είναι ένα έπος επιβίωσης που πάντα αντικρύζω με σεβασμό και νοσταλγία, γνωρίζω απέξω κάθε αποτύπωμα και ξαναφέρνω στο μυαλό μου τη σκηνή.
 Και έτσι πέρασαν τα χρόνια, με το κεφάλι σκυφτό και με ιστορίες ένα σωρό απο το μικρόκοσμο και τον μεγάλο
 που βαδίζουμε προς το ποιό
 και έτσι έβλεπα σκιές, άλλοτε μεγάλες άλλοτε μικρές και αναρωτιώμουν για την προέλευση τους αλλά μέχρι εκεί
 ήμουν το κυρτό αγόρι
 δεν πάτησα ποτέ σκατά, κάποιες φορές βρήκα λεφτά
 μα δεν είδα ποτέ μου τα αστέρια.

 Έμαθα κάθε απόχρωση του ουρανού
 το γκρι πριν τη μεγάλη καταιγίδα το αγάπησα γιατί
 ήταν σημάδι πως αν το υπομείνω λίγο ακόμα
 οι ίριδες μου θα ξεπλυθούν, θα γιάνουν θα μπορουν να υποδεχτούν
 το ουράνιο τόξο να κολυμπήσουν στο απέραντο μαύρο για να εντοπίσουν με ακρίβεια χειρούργου κάθε αστερισμό και να τον χαράξουν
 στη μνήμη μου. Βλέπεις υποσχέθηκα να μην ξανακοιτάξω χαμηλά
 και τώρα ήμουν ο έφηβος με το κεφάλι ψηλά
 λεφτά μπορεί να μην έβρισκα, κάποιες φορές τα παπούτσια μου μύριζαν σκατά
 ίσως και να έγινα απ'τους περαστικούς που πάτησαν το έπος της γάτας,δε γνωρίζω
 Μα δεν είδα ποτέ μου τα μάτια σου.


Ξέρω κάθε φακίδα στο πρόσωπό σου
 τα λακάκια που κάνεις όταν χαμογελάς
 και πως τα πύρινα μάτια σου τρυπάνε τα δικά μου και μου γλύφουν το μυαλό.
 Μπορώ να σου περιγράψω με χρώματα τί μουσική παίζουν τα βλέφαρα σου όταν ανοιγοκλείνουν
 και σε τί ποσοστό υγρασίας τα μαλλιά σου γίνονται τόσο φουντωτά τόσο όσο να χωρούν το κεφάλι μου ακριβώς,
 -ουτε σπιθαμή λιγότερο- όταν θέλω να κουρνιάσω μέσα εκεί μέχρι το τέλος των ημερών μου.  
 Βλέπεις υποσχέθηκα να μην ξανακοιτάξω πάνω ή κάτω όταν σε πρωτοαντίκρυσα
 και τώρα ήμουν ο ενήλικος ο ίσιος
 χωρίς παράξενα έπη με γάτες, χωρίς αστερισμούς
 γιατί ό,τι ήθελα το είχα μπροστά μου.


Μη με ρωτάς πως, μη με ρωτάς γιατί, αλλά μου πήρε τριαντατρία χρόνια να μάθω
 ότι μπορώ να διαλέξω σε ποιό απο τα τρία κλικ θα έχω το λαιμό μου
 και πάνω ρε γαμώτη μου που άρχισα να συνηθίζω -έπεσε στα χέρια μου ένα μαντήλι
 και μου το φόρεσα στα μάτια
 -μη με ρωτάς γιατί θα ξαναπω- απλά το φόρεσα και έπρεπε να ξεκινήσω απ την αρχή
 και οι κανόνες ήταν τελείως διαφορετικοί
 μα τόσο γνώριμοι