Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα


Οι άνθρωποι συνεχώς πάνε ενάντια στην εξέλιξη,
επιβαλλόμενο από άλλους τερτίπι...
Ο σεξοτουρισμός στην Ταϊλάνδη ανθεί,
η βιομηχανία της πρέζας που συντηρείται από το σύστημα
χύνει σκόνη στα μάτια μας.
Στις Η.Π.Α. οι μαύροι είναι αναλώσιμοι με σφαίρα,
οι λευκοί είναι αναλώσιμοι με χρέη.
Στη Γάζα σφαγιάζουν παιδιά για καλημέρα,
μίλα μου για τον άνθρωπο ξανά λοιπόν
στην Κίνα τα παιδιά δε θα παίξουν ποτέ,
θα φτιάξουν τα ρούχα της Δύσης για μια κούπα ρύζι.
Στην Αφρική οι άνθρωποι λιώνουν από το HIV
και την εξαθλίωση
που οι Δυτικοί τους επιβάλλουν
Στη Σιέρα Λεόνε η σκλαβιά επιβιώνει στα μονόπετρα των καννίβαλων
Στην Ελλάδα η θάλασσα ξερνάει μωρά και είναι Τρίτη μεσημέρι,
Στη Γερμανία άνοιξαν τα κέντρα που κάποτε έκαναν τους ανθρώπους σαπούνια.
Μισό να πλυθώ με έναν πρόσφυγα, χτύπησε ο ιδεοψυχαναγκασμός.
Στη πολιτισμένη Δανία τους βάζουν βραχιολάκια
είσαι δικός μας η δικός τους;”
-Ναι αλλά το σουηδικό μοντέλο...
-Δεν υπάρχει κανέναν μοντέλο μαλάκα, που νομίζεις ότι θα ασχοληθούν μαζί σου.
Οι άνθρωποι ανήκουν στις κυβερνήσεις τους
 όλοι στα πολυεθνικά δεσμά μας
Ναι αλλά κάποιοι πλουτίζουν από αυτό
Ξαναπές μου λίγο ότι δεν υπάρχουν τάξεις.
Η απληστία και η μαφία διοικούν τα πάντα και εμείς τρώμε σανό.
Οι άνθρωποι συνεχώς πάνε ενάντια στην εξέλιξη
και αυτό γιατί το σύστημα τους κρατάει απασχολημένους,
τους έχει γραπώσει από τα αρχίδια
έλα εδώ πουτανάκι μου ανήκεις,
θα σε αφανίσω,
θα σε κλείσω φυλακή,
θα σε κάνω αντικαταθλιπτικα που γεμίζουν δέκα ολυμπιακά στάδια,
θα σε πνίξω στα χρέη
και όταν ψοφήσεις θα σου γαμάω το κουφάρι
και το κουφάρι των παιδιών σου εσαεί”.
Οι άνθρωποι πάνε ενάντια στην εξέλιξη γιατί περιμένουν ο δήμιος τους να χύσει,
αντί να βγάλουν λεπίδι να του κόψουν το καυλί και να του το μπουκώσουν στο στόμα.
Έχουν το χρήμα και τα όπλα.
Όμως το χρήμα τους μας είναι άχρηστο αν το αποφασίσουμε.
Ξέρεις εσύ,είναι ένα κλικ.
Όσο για τα όπλα,
είμαστε περισσότεροι
και πιο καυλωμένοι για ζωή.
Διάλεξε.

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Αυτή τη φορά χωρις θόλο








Στις εφτά περιστροφές της Σελήνης γύρω μου,
θα έχω ντυθεί με τους παράφορους έρωτες των ρομαντικών.
Τα γέλια θα έχουν γίνει κλάματα, τα δάκρυα αίμα
και το κορμί θα ξεβράζεται στα ανοιχτά.
Μια αφύπνιση γεννάται από τις αμφιβολίες μου
οι διάττοντες αστέρες γελούν μαζί μου
και σμιλεύουν τα βράχια στο πέλαγος
με την αλαζονεία του κάλπικου.
Ξυπνώ απότομα με μια γεύση Υπερσυντέλικου στα σωθικά μου.
Είχα [ξανα]πεθάνει.
Ίσως τελικά χρειάζεται κάτι πιο δυνατό από το ψαχούλεμα στη μνήμη
για να σηκωθώ.
Όλο μου το σώμα ξεσπά σα μια κυψέλη που βρυχάται την υστερία της ανάμνησης
Θα ήθελα να μπορούσα να μπολιάσω “ενσυναίσθηση” τους απαθείς
να γυρίσω την κλεψύδρα
να εξαϋλωθώ στη στιγμή που μου έδειξε ο παππούς μου πως να μπολιάζω τριαντάφυλλα.
Μα έχω τα λάθος εργαλεία,
πυξίδα
όχι
κλεψύδρα.
Ο θεός είναι κουφός και όχι νεκρός Φρίντριχ.
Αντ' αυτού τρώω το πρωινό μου πάνω στα συρματοπλέγματα.
Κερί
σκέτο.
Από εργάτριες με κίτρινα βραχιολάκια
τα άκρα μου με εγκαταλείπουν,
εισέρχονται να σκοτώσουν το Κράτος μέσα μου πρώτα,
όσο το μέλι ρέει άφθονο
στο δικό τους κόσμο.
Μα τα κεριά κάποια στιγμή θα σβήσουν
/γιατί δεν είμαστε διάττοντες αστέρες,
αλλά μετεωρίτες/
Και τη στιγμή που θα τρεμοπαίζει η φλόγα του τελευταίου,
θα δεις φευγαλέα τον παλμό της συλλογικής αφύπνισης.
Και τότε θα ξέρεις ότι όλες οι αναμνήσεις,
όλα τα μπολιάσματα που τελικά δεν έγιναν
οδηγούσαν σε αυτόν τον κρατήρα.
Aυτή τη φορά χωρίς δόλο.
Αυτη τη φορά χωρίς θόλο.