Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Μεταξένιες σφαγές

Τη συνέχεια την γνωρίζω
στρώνω με τα καλά σεντόνια τον ουρανίσκο μου
να μη ξυπνάει λέξη
γλυκός ο λήθαργος της αφωνίας
και ασφαλής
Επικηρυγμένες λέξεις, επικίνδυνες
κυοφορούσες πολλαπλών πραγματικοτήτων.
Μα σε βλέπω εκεί που κάθεσαι
και θέλω τόσο μα τόσο να σε φιλήσω
σε πλησιάζω, πάω να σου πω “Σ'αγαπώ”
μα φτύνω ακαταλαβίστικους φθόγγους και μαξιλαροθήκες με αίμα.
Εσύ με φιλάς ούτως ή άλλως
και κουβαλάς πάντα έναν επίδεσμο στην κωλότσεπη
για αυτές τις περιστάσεις,
είτε για να σκουπίζεις το πορφυρό στόμα μου
είτε για να τυλίγεις την γλώσσα μου
όταν με πιάνουν ακρότητες
-όπως τώρα-
που σου στέλνω ραβασάκια που λένε
“Παμε να γράψουμε με τη γλώσσα μας ΜΕΘΥΣΤΕ ,στα παγωμένα τζάμια νοσοκομείων;”
Σκίζεις το χαρτάκι και χαμογελάς
έχεις άλλα σχέδια
Ξεριζώνεις την καρδιά σου μπροστά στο έκπληκτο βλέμμα μου
της φοράς μαξιλαροθήκη,
με χτυπάς στο κεφάλι,
γελάς στη μέση του δρόμου.
Ο μαξιλαροπόλεμος άρχισε
και εδώ δε χρειάζονται λέξεις.
Μόνο γέλια και η αρχέγονη ανάγκη να νικήσουμε το θάνατο
και φυσικά η συλλογή επιδέσμων που έφτιαξα με τα χρόνια
για να σου δείχνω την ευγνωμοσύνη μου μετά το τέλος κάθε αιματηρού πάρτυ.

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Κυνικές προσδοκίες

Τί θα γινόταν αν η γάτα του Σρέντιγκερ ήταν σκύλος;
γνώρισα στο περίπτερο έναν τύπο που πίστευε ότι ήταν ο Τζον Λένον σήμερα
κάποιοι θα έλεγαν ότι είχε πιεί πολύ
άλλοι ότι είναι ψυχωσικός,
[γαμημένες ταμπέλες]
εγώ απλά των ρώτησα πως είναι η ζωή του
πριν φύγω του είπα να πει χαιρετίσματα στην Γιόκο Όνο
και να προσέχει τους φανατικούς θαυμαστές.
Είναι και αυτοί οι ανήθικοι που πουλάνε τους κόσμους τους
λες και βάζουν ενέχυρο τη μοναξιά τους για μια δεσμίδα ματαιοδοξία
είμαστε και εμείς...
τί είμαστε εμείς,
αλήθεια;!
θα ήθελες να ξέρω λατινικά,
θα ήθελα να μπορούσες να πετάς
είμαστε οι προσδοκίες των άλλων
Σύμφωνα με τον Σρέντιγκερ, είμαι σκύλος.
Αυτά τα “τι θα γινόταν αν” με έβαλαν εξ'αρχής στο κουτί
Αλλά ευτυχώς
έχω ανθρώπους δίπλα μου με κόφτες
ετοιμοπόλεμους
τί και αν μου σκίζουν την σάρκα
για να φτάσουν την καρδιά μου;
Την φτάνουν.
Ζω σε έναν κόσμο φτιαγμένο από καθρέφτες
και εγώ είμαι ένα πείραμα,
μια υπόθεση,
μια υπόσχεση
και μια πέτρα.
Απόψε πίνω κρασί σε μια κούπα φτιαγμένη από θρυμματισμένα γυαλιά ενός κοσμικού καθρέφτη.
Και αφού καλά-καλά δε ξέρω τι μου ξημερώνει,
σιγά μη πιστέψω στους αμέτρητους αιώνες γρουσουζιάς.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Τζόκερ




Το πιο όμορφο σχόλιο που μου έχω κάνει για την ποίηση μου είναι
“Ως πότε θα τους πλασάρεις τα άσχημα “τριπ” σου για ποίηση;
Και το πιο άσχημο
“Ως πότε θα τους πλασάρεις την κακή σου ποίηση για “τριπ;” ”
Είμαι ο πατέρας του μηδενισμού
και η μητέρα της αποδόμησης

σου στέλνω γράμματα σε μεθυσμένα περιστέρια.
Αγαπημένη μου αγέννητη,
κοίτα με είμαι διάφανος
Είμαι ακριβώς 5,7 χιλιοστά
μια νάϋλον κυλινδρική σωλήνα
που ασφυκτιούν τα φιλτράκια σου
και καθυστερούν τον καρκίνο σου
φύσα τον καπνό σου μέσα μου
και θα φροντίσω να δακρύσω θολούρα
οι καπνιστές γεννιούνται πρόωρα
και οι ανάσες τους είναι ομίχλη στα καζάνια της κόλασης.
Αυτή η μάστιγα,
μαστίγιο των αιώνων
υποκατάστατο θηλών και φαλλών
να πιπιλάμε θάνατο αντί για καύλα.
Θα φροντίσω να μην ανταμωθούμε ποτέ αγαπημένη μου
και να γεννηθείς αργά,
αλλά να μη χρειαστεί να φυσήξεις καπνό,ποτέ.

Δύσκολη νύχτα να είσαι ερωτευμένος αρουραίος αυτούς τους καιρούς στην πόλη.
Δύσκολο και να είσαι διάφανος με νάϋλον πνευμόνια.
Κάνει κρύο,
τελειώνουν τα χαρτάκια.
το ένα σου σπίρτο μούσκεψε από ανθρώπων δάκρυα
και συ απαγγέλεις ποιήματα μέσα στους κάδους,
αλλά δε σε ακούει
και δε σε καταλαβαίνει κανείς.
Μονάχα ο κάφκα να γελάει ενώ παντρεύεται μια κατσαρίδα
και να γελάει “dadadadada” ρυθμοί,ρεύματα,τάσεις και σειρήνες
αυτη η μάστιγα.


Μικρή μου γάτα,
είμαι λίγο μεγαλύτερος από σένα
άκου καλά τί έχω να σου πω προτού
μεγαλώσεις και με πάρεις στο κυνήγι και συ.
Πιάσε με , χάιδεψε με
είμαι ένας γκρίζος αρουραίος της πόλης
γεννιέμαι και πεθαίνω στους υπονόμους τους
δεν με αγγίζουν οι νόμοι των ανθρώπων
όπως και σένα
Έχω λύσσα και αν με κοιτάξουν πολύ θα τους κατασπαράξω τους πρησμένους
λοβούς των ματιών τους
καμιά φορά σε βρίσκω στα σκουπίδια που σε πετούν μωρό
μα δεν μπορώ να κάνω πολλά,
ούτε να σε μεγαλώσω,
απλά σε ζεσταίνω με το γεμάτο ψύλλους παχύ τρίχωμά μου.
Δεν ήθελα να πιώ το μαλακό σου αίμα.
Συγγνώμη.



Δεν έχω λογοτεχνική αξία για τα βιβλιοπωλεία
αλλά για τα ψυχιατρεία
και ο χρόνος μου είναι βαρύς.

Όλα είναι λόγια άλλωστε ή πρόκες στη σάρκα
ή και τα δύο
μονίμως στο μπαλκόνι της διαύγειας μας.

Να αναφέρεσαι σε αυθεντίες,να είσαι ετερόφωτος
πες τους ό,τι πήγες,διάβασες πλάστηκες στη φόρμα τους
σα γλυκό για τα Χριστούγεννα
σαν υπάκουος μαθητής με ένα κομμάτι μολύβι στα χέρια
/η δικιά μου σταύρωση,/
σα φαντάρος σε λοβοτομημένους λοχίες,
σαν τρόφιμος σε ψυχιατρικούς κοιτώνες,
σα τις δέκα εντολές
/επίκληση σε αυθεντία ή αρχαία τραγωδία,
πάλι το κάνω,
φτύστε με/
μα είμαι αυτόφωτος
επομένως εξατμίζω πολύ σάλιο.

Κάπου εδώ μέσα από τα καζάνια της κόλασης
αλλά οι χριστιανοί συγχωρούν,ευτυχώς
παίρνω φωτιά
αλλά είμαι αυτόφωτος
με συγχωρώ και' γώ
βάζω το γκρίζο τρίχωμα μου φωτιά με το τελευταίο σπίρτο
και αυτοπυρπολούμαι
για να στεγνώσω τα δάκρυα τη ανθρωπότητας.
Και γιατί εκεί που θα πάω μου υποσχέθηκαν 72 τόνους
παρθένες από πίσσα.